Σπαρτιατική Ἀγωγή τῶν νέων

Τό ἐκπαιδευτικό σύστημα ἦταν διαφορετικό στίς διάφορες πολιτεῖες. Ὅπως σέ ὅλες τίς σφαῖρες τῆς ζωῆς ἔτσι καί στό κεφάλαιο τῆς ἐκπαιδεύσεως ὑπῆρχε μεγάλη διαφορά κατά τύπους καί ἰδίως μεταξύ τῶν δωρικῶν καί ἰωνικῶν κρατῶν. Ἐνῶ δηλαδή στά τελευταῖα αὐτά ἡ ἀνατροφή καί ἡ ἐκπαίδευση τῶν ἀρρένων ἦταν καθαρῶς ἰδιωτική ὑπόθεση τῶν γονέων καί τό κράτος δέν εἶχε παρά μία κοινή ἐποπτεία στά σχολεῖα, ἀσκώντας τόν διοικητικό ἔλεγχο τῆς λειτουργίας των, προπάντων γιά τήν ἠθική κατεύθυνση τῆς ἀγωγῆς, στίς δωρικές φυλές, ἀπεναντίας, καί ἰδίως στήν Λακεδαίμονα, τό παιδί δέν ἀνῆκε πλέον στήν οἰ­κογένεια ἀλλά στό κράτος, πού ἀνελάμβανε τή φροντίδα γιά τή σωματική καί πνευμονική του ἀνάπτυξη.

Ὅταν οἱ Δωριεῖς, ἄν καί πολύ ὀλίγοι, ὑποδούλωσαν τούς κατοίκους τῆς Λακωνίας, τούς ἔκαμαν εἵλωτες (δούλους) καί περιοίκους. Καθώς ἦταν «ἐπήλυδες», δηλαδή ξένοι, τούς μισούσανε οἱ ραγιάδες τους, καθώς καί οἱ  γείτονες, πού φοβόντουσαν τούς ὁρμητικούς κατακτητές, ἔπρεπε λοιπόν, γιά νά διατηρήσουν τήν κυριαρχία τῆς χώρας, νά ἔχουν διαρκῶς ὑπό τά ὄπλα στρατό πολυάριθμο καί καλά γυμνασμένο . Λόγω τῆς ἀνάγκης αὐτῆς ἡ μόρφωση καλῶν στρατιωτῶν γιά τήν ὑπεράσπιση τῆς Σπάρτης ἦταν ὁ σκοπός τῆς ἀγωγῆς. Ἐννοεῖται ὅτι οἱ παλαιοί κάτοικοι, περίοικοι καί εἵλωτες ἔμεναν στό περιθώριο. Γιά αὐτούς καί ἡ στοιχειώδης  ἀγωγή  ἀποκλείονταν.

Ὅλα τά μέσα καί οἱ μέθοδες τῆς σπαρτιατικῆς ἀγωγῆς ἔτειναν πρός τό σκοπό αὐτόν. Γιά νά ὑπάρχει ἑνότητα γιά αὐτή ἐπιδίωξη καί τήν ἐπιτυχία τοῦ σκοποῦ ἡ ἀγωγή ἦταν στά χέ­ρια τῆς πολιτείας, πού τήν ἐφήρμοζε μέ ἀλύγιστη τάξη καί αὐστηρότητα. Ἡ παράδοση διατήρησε τό μῦθο ὅτι ὁ περίφημος νομοθέτης Λυκοῦργος καθόρισε στούς νόμους του τό σύστημα τῆς σπαρτιατικῆς ἀγωγῆς, πού θά ἐκθέσουμε κατωτέρω.

Τό παιδί, ἀπό τή στιγμή πού γεννιότανε, ἄνηκε στήν πολιτεία. Τό νεογέννητο τό ἔβαζαν ἐπάνω στήν ἀσπίδα, γιατί ἄνηκε στήν πόλη. Τά πρῶτα ἀντικείμενα πού τοῦ δείχνανε ἦταν ἡ ἀσπίδα καί τό ξίφος. Μία εἰδική ἐπιτροπή ἐξέταζε τή σωματική κατάσταση τοῦ βρέφους. Ἀσθενικά καί ἀνάπηρα παιδιά δέν πολιτογραφοῦσαν, ἀλλά τά ἔδιναν στούς περιοίκους γιά νά χρησιμεύσουν ὡς βοσκοί, ἄν καί αὐτό δέν εἶναι ἀπόλυτο, διότι ἔχουμε δυό διαπρεπεῖς Σπαρτιάτες οἱ ὁποῖοι ἦταν ἐκ γενετῆς χωλοί, ὁ Τυρταῖος, ὁ Ἀγησίλαος καί ἄλλοι.  Σπανίως ὅμως συνέβαινε νά γεννηθοῦν παιδιά καχεκτικά, γιατί ἡ πολιτεία φρόντιζε νά παντρεύονται ἄνθρωποι εὔρωστοι καί ὑγιεῖς. Τό γερό παιδί παραδινόταν στήν περιποίηση τῆς μητέρας του ὡς τό ἕβδομον ἔτος τῆς ἡλικίας του, ὅλα δέ αὐτά τά χρόνια ἔμενε στήν οἰκογένεια. Ἐκεῖ γυμναζόντουσαν ἀπό νωρίς στή σκληραγωγία. Δέν τό περισφίγγανε σέ σπάρ­γανα, οὔτε τό πλαγιάζανε σέ λίκνο. Τά διδάσκανε νά μή φοβοῦνται τό σκοτάδι καί νά μήν κλαίει ὑπερβολικά. Προετοιμάζονταν ἔτσι γιά τήν σκληρή ἀνατροφή τῶν ἔφηβων. Σέ αὐτά συνέτεινε καί ἡ ἀγωγή τῆς Σπαρτιάτισσας, πού μάθαινε ἀπό πολύ νωρίς τόν σεβασμό πρός τούς νό­μους τῆς Σπάρτης καί ἐλάμβανε τήν ἴδια μέ τούς ἄντρες  ἀνατροφή.

Ἀπό τό ὄγδοων ἔτος τῆς ἡλικίας του τό παιδί ἐγκατέλειπε τό σπίτι καί ἀποχωριζόταν τήν οἰκογένεια. Τό παρελάμβανε πλέον ἡ πολιτεία. Ἀπό ἐδῶ καί στό ἑξῆς ζοῦσε μαζί μέ τούς συντρόφους του, τῶν ὁποίων οἱ ἀσχολίες καί ὁ τρόπος τοῦ βίου ἦταν κανονισμένα ἐπί τῇ βάσει ὁδηγιῶν καθορισμένων ἀπό τήν πολιτεία. Ἐπί κεφαλῆς τῶν νέων, πού ἦταν ἑ­νωμένοι κατά ὁμάδες καί λόχους, εὑρίσκονταν oἱ ἐπόπτες, πού ἐξελέγχονταν ἀπό τούς συνομηλίκους των. Οἱ ἐπόπτες αὐτοί εἶχαν τό καθῆκον νά διευθύνουν τίς ἐργασίες καί τίς ἀσκήσεις τῶν παιδιῶν πού διατελοῦσαν κάτω ἀπό τήν ἐποπτεία τους. Ἡ ἀνατροφή στήν περίοδο αὐτή τῆς παιδικῆς ἡλικίας εἶχε σκοπό στούς κινδύνους καί ταλαιπωρίες, νά ζοῦν μέ κόπους καί μέ στερήσεις, νά ὑπερνικοῦν κάθε πρόσκομμα, νά μή πτοοῦνται ποτέ καί νά εἶναι πάντοτε ἕτοιμοι νά πεθάνουν γιά τήν ὑπεράσπιση τῆς στρατιωτικῆς τους τιμῆς καί τήν πατρίδα.

Ὅλα τά παιδιά πού μπαίνανε στή νέα αὐτή περίοδο τῆς ἀνατροφῆς κατατάσσονταν ἀπό τόν ἀρχηγό, πού ὀνομαζόταν «παιδονόμος», σέ τάξεις. Κάθε τάξη τήν διηύθυνε ἕνας εἰκοσαετής νεανίας, διακρινόμενος σέ σύνεση καί ἀν­δρεία, πού ὀνομαζόταν «π ρ ο γ υ μ ν α σ τ ή ς». Οἱ νεαροί αὐτοί προγυμναστές ἀσκοῦσαν τά παιδιά σέ ὁρισμένα γυμνάσια καί ἐπιτηρού­σαν τή διαγωγή τους, κάτω ἀπό τή γενική ἐποπτεία τοῦ παιδονόμου. ἔτσι γεννιόταν μία φιλία μεταξύ τούς τήν ὁποίαν οἱ συγγραφεῖς τήν ἀναφέρουν, μέ τό πνεῦμα καί τήν ἔννοια τῆς ἐποχῆς, ἐραστής καί ἐρωμένος, ἡ ὁποία δέν εἶχε καμία σχέση μέ τήν σημερινή ἔννοια τῶν λέξεων αὐτῶν (δηλαδή τή σαρκική) καί οἱ σημερινοί ἐρευνητές, μέ συμφέροντα πολλά, τήν ἀποδίδουν στήν ὁμοφυλοφιλία, ἀλλά δέν τούς συμφέρει νά διαβάσουν ἤ νά τό παραδεχτοῦν ὅτι ἔχουν διαβάσει τόν καθηγητή Ι. Συκουτρή, ὁ ὁποῖος στό βιβλίο του «Συμπόσιο» ἀσχολεῖται μέ τό θέμα αὐτό.  

Οἱ παιδονόμοι, πού ἀσκοῦσαν ὑπεύθυνα τήν παιδαγωγική σύμφωνα μέ τούς νόμους καί τίς ἐπιταγές τῆς πολιτείας, εἶχαν ἀπεριόριστη ἐ­ξουσία στήν ἐνάσκηση τῶν καθηκόντων τους καί στούς πλέον ἀπείθαρχους ἐπέβαλλαν αὐστηρές ποινές, μολονότι οἱ νέοι της Σπάρτης, ἀντίθετα πρός τούς νέους τῶν Ἀθηνῶν, εἶχαν ἐξοικειωθεῖ ἀπό μικροί νά σέβονται τούς νόμους καί νά πειθαρχοῦν στούς ἄρχοντες. Ἀλλά καί κάθε πολίτης μποροῦσε ν' ἀσκεῖ πατρικά καθήκοντα γιά κάθε παιδί κι' ὁποιαδήποτε στιγμή νά τό ἀνακαλεῖ στήν τάξη καί τήν εὐπρεπή συμπεριφορά.

Ἔτσι τά παιδιά, μακριά ἀπό τό πατρικά τούς σπίτι, διημέρευαν στά γυμνάσια καί τή νύχτα κατακλίνονταν σ' εὐρύχωρους κοιτῶνες, κατά τάξεις, ὥστε ἀπό ἐδῶ καί πέρα ὅλη ἡ ζωή τους νά διευθύνεται ἀπό τούς παιδονόμους, πού τούς παρακολουθοῦσαν μαστιγοφόροι καί εἶχαν τό δικαίωμα νά ἐπιβάλλουν τήν ποινή τῆς μαστιγώσεως στούς παρανομοῦντες.  

Ἡ ὅλη ἐκπαίδευση στή Σπάρτη συνίστατο κατ' ἐξοχήν στή σκληραγωγία τοῦ σώματος καί στήν ἀπόκτηση στοιχειωδῶν μονάχα πνευματικῶν γνώσεων. Ἡ πνευματική ἀγωγή συνίστατο στό νά γράψουν, νά διαβάζουν καί νά λογαριάζουν ἀπό μνήμης, πράγμα πού ἐθεωρεῖτο πρακτικῶς ὠφέλιμο. Τά παιδιά μάθαιναν ἐπίσης νά παίζουν κιθάρα καί αὐλό καί διδάσκονταν διάφορα ἄσματα καί χορό. Τό κυριώτερο μέρος τῆς ἐκπαιδεύσεως ἀποτελοῦσαν οἱ γυμναστικές ἀσκήσεις. Ἡ σπαρτιατική ἀγωγή, γενικά, στηριζόταν ἀπό τό κράτος καί ἀπέβλεπε στήν ἐξυπηρέτηση τοῦ κράτους κυρίως καί ὄχι στήν ἀνάπτυξη ἀτομικῶν ἰδιοτήτων καί προσω­πικῶν ἀρετῶν. Τό ἄτομο ζοῦσε γιά τό κράτος καί θυσίαζε τά πάντα γιά τό κράτος. Γιά αὐτό ἡ σκληραγωγία καί ἡ σωματική ἀγωγή κατεῖχαν τή σπουδαιότερη θέση. Ἡ τροφή τῶν ἐφήβων ἦταν λιτή, ἡ ἐνδυμασία ἐλαφρά καί ἡ ἴδια χειμώνα καί καλοκαίρι, ὁ ὕπνος μέτριος ἐπάνω σέ στοῖβες ἀπό καλάμια, πού τά μάζευαν τά ἴδια τά παιδιά στίς ὄχθες τοῦ Εὐρώτα. Τίς περισσότερες ὧρες τῆς ἡμέρας ἠσκοῦντο στά γυμνάσια, πού στήν ἀρχή ἦταν ἁπλῶς σωματικά καί ἔπειτα στρατιωτικά. Ὅλα αὐτά γίνονταν ἀκατάπαυστα καί μέ τήν αὔξηση τῆς ἡλικίας γίνονταν σκληρότερα. Πολλές φορές οἱ ἔφηβοι συμπλέκονταν ἀναμεταξύ τους γιά ἄσκηση καί πάλευαν λυσσασμένα γιά νά κερδίσουν τή νίκη. Κάποτε διοργάνωναν ἀγῶνες, στούς ὅποιους χτυπιόντουσαν μέ μαστίγια, ἐνῶ ἔτρεχαν γύρω ἀπό τό ἄγαλμα τῆς Ἀρτέμιδος. Τό αἷμα ἔρεε ἀπό τίς πληγές, ἄλλα τά πρόσωπα τούς ἦταν ἱλαρά, γιατί ἐκεῖνος πού ἔδειχνε σημεῖα πόνου χαρακτηριζόταν ἄνανδρος καί δειλός. Μετά τόν ἀγώνα ἔπεφταν μέ καταματωμένο τό κορμί τους μέσα στά νερά τοῦ Εὐρώτα καί περνοῦσαν στήν ἀπέναντι ὄχθη. Ἔτσι ἀποκτοῦσαν οἱ νέοι τήν καταπληκτική ἐκείνη ρώμη τῆς ψυχῆς, τήν δύναμη τοῦ σώματος, τήν χάρη καί τήν ἐπιτηδειότητα στή χρήση τῶν  ὅπλων.

Καθώς εἴπαμε, πολύ λίγα γράμματα μάθαιναν, ἀλλά αὐτό δέν ἦταν τό τελευταῖο στάδιο τῆς μορφώσεως  τοῦ Σπαρτιάτη πολίτη ἤ τῆς Σπαρτιάτισσας. Ἀλλά ἔκαναν ἀσκήσεις ἀπό τούς παι­δονόμους στή σαφῆ, γλαφυρή καί σύντομη ἔκθεση τῶν ἰδεῶν τους στίς βραχύλογες ἀπαντήσεις (λακωνισμός) καί τόν ὀρθό συλλογισμό. Πολλές φορές οἱ παιδονόμοι τούς πήγαιναν στά κοινά συσσίτια τῶν μεγάλων γιά νά ἀκοῦνε τίς διαλέξεις, πού περιστρέφονταν πάντα γύρω ἀπό σπουδαία ζητήματα. Τέλος, στή διανοητική μόρφωσή τους πρέπει νά προσθέσουμε τίς ἀφηγήσεις τῶν πατέρων τους, πού τούς διηγοῦνταν μεγάλα ἔργα ἔνδοξων ἀνδρῶν, τήν ἀνάγνωση καί ἀπαγγελία ἡρωικῶν ποιημάτων, ἰδίως τῶν ἔπων τοῦ Ὁμήρου τά ὁποία πρῶτος συνέλεξε ὁ Λυκοῦργος κατά τόν Ἀριστοτέλη, καί τήν ἐκτέλεση πολεμικῶν ἀσμάτων καί ὕμνων τῶν προμάχων τῆς πατρίδος.

Τά παιδιά ἀπό νεαρότατη ἡλικία ἠσκοῦντο στήν εὐπείθεια καί τό σεβασμό πρός τούς πρεσβυτέρους. Εἶναι γνωστότατη ἡ εὐπείθεια αὐτή καί ἡ κοσμιότητα τῶν Σπαρτιατῶν καί δικαιότατα τήν ἐγκωμιάζει τό ρητό: «Ἐν Σπάρτῃ μόνη λυσιτελεῖ γηράσκειν».

 Ἡ ἀγωγή τῶν παιδιῶν ὁλοκληρωνόταν γύ­ρω ἀπό τό 18ον ἔτος τῆς ἡλικίας των, ὅποτε ἄρχιζε ἡ στρατιωτική θητεία καί ἀγωγή τῶν ἔφηβων. Ἀλλά καί κατά τή διάρκεια τῆς πε­ριόδου αὐτῆς ἕως τό 30ο ἔτος τῆς ἡλικίας των ἐξακολουθοῦσαν πάντα τήν ἴδια ζωή κάτω ἀπό τούς παιδονόμους, μέ μόνη τη διαφορά ὅτι ἔκαναν τώρα σπουδαιότερες στρατιωτικές ἀσκήσεις καί ἐκδρομές στά περίχωρα, εἴτε γιά πολεμικούς ἑλιγμούς εἴτε γιά κυνήγι ἀγρίων ζώων, Ὅταν συμπλήρωναν τά τριάντα τότε μόνο τούς ἁπάλλασσαν ἀπό τή συμβίωση μέ τούς συνομηλίκους των καί ἀπό τήν ἐξουσία τῶν παιδονόμων. Τότε τούς ἐπετρέπετο καί ὁ γάμος. Ἀλλά καί ἔγγαμος ἀκόμη ὁ Σπαρτιάτης ἐξακολουθοῦσε τή στρατιωτική του θητεία ὡς τό 60ό ἔτος τῆς ἡλικίας του καί δέν εἶχε καμιά ἄλλη ἐνασχόληση ἐκτός ἀπό τήν ἐξάσκηση τῶν στρατιωτικῶν καθηκόν­τών του. Γιά αὐτό καί δέν ἔκανε κανένα βιοποριστικό ἐπάγγελμα, ἄλλα ζοῦσαν ὅλοι ἀπό τά κτήματα τῆς Λακωνίας, πού εἶχαν διανεμηθεῖ στούς πολίτες καί τά καλλιεργοῦσαν οἱ εἵλωτες. Κάθε πολίτης ἦταν ὑποχρεωμένος νά παίρνει μέρος στά δημόσια δεῖπνα, «τά συσσίτια», πού γίνονταν μία φορά τήν ἡμέρα, πρός τό βράδυ. Χρήματα οἱ Σπαρτιάτες δέν ἐπιτρεπόταν νά ἔχουν. Ἐπίσης ἀπαγορευόταν ἡ ἐπικοινωνία μέ τούς ξένους καί ἡ μακρόχρονη ἀποδημία σέ ξένες χῶρες, ὥστε νά ματαιώνεται κάθε νεωτερισμός καί κάθε εἰσαγωγή  ἄλλων  ἠθῶν καί ἐθίμων.

Κατά τόν ἴδιο περίπου τρόπο ἐγίνετο στή Σπάρτη καί ἡ ἀνατροφή τῶν νεανίδων, μέ τήν διαφορά ὅτι αὐτές δέν ζοῦσαν σέ κοινούς συλλόγους, ὅπως τά ἀγόρια, ἀλλά ἔμεναν στό σπίτι. Ἡ πολιτεία ἀνελάμβανε τή φροντίδα νά ἀσκήσει τό σῶμα τους μέ γυμναστικές κυρίως ἀσκήσεις πού ἔμοιαζαν μέ τίς ἀσκήσεις τῶν νέων, μέ ἐλαφρές μονάχα τροποποιήσεις. Εἶχαν καί αὐτές ἰδιαίτερες τοποθεσίες γιά τήν ἐκτέλεση τῶν γυμναστικῶν ἀσκήσεων, τοποθεσίες χωρισμένες ἀπό τά γυμναστήρια τῶν ἐφήβων, ὅπου διδάσκονταν καί ἀσκοῦντα ἀφ' ἑνός στό δρόμο, στό ἅλμα, στή δισκοβολία καί τή ρίψη τοῦ δόρατος, καί ἀφ' ἕτερου σέ στρατιωτικές, ὀρχηστικές καί «σκιρτητικές» (σκίρτημα = τίναγμα, πήδημα) ἀ­σκήσεις, φορώντας ἰδιαίτερη πρός τοῦτο ἐνδυμασία δηλαδή κοντούς χιτῶνες, καί οἱ ἀρχαῖοι ποιητές τίς ὀνόμαζαν «φαινομηρίδες». Τίς ὑπόβαλλαν καί αὐτές στήν ἴδια αὐστηρή δίαιτα ὅπως καί οἱ νέοι. Κατέβαιναν πολλές φορές στά δημόσια γυμνάσια διά νά συναγωνιστοῦν  μέ τούς νέους καί ἔδειχναν μεγίστη ἐπιδεξιότητα καί χάρη. Μέ τήν ἴδια ἐπί­σης ἐπιμέλεια κατέβαλλαν οἱ ἄρχοντες τῆς πολιτείας γιά νά ἐξεγείρουν στήν καρδιά τῶν γυναικῶν αἰσθήματα γενναία καί νά τούς ἐμπνεύσουν ὑψηλό φρόνημα. Ἡ ἰστορία τῆς Σπάρτης περιέχει πολλά παραδείγματα καρτεροψυχίας, ἀνδρείας, μεγαλοφροσύνης καί φιλοπατρίας τῶν γυναικῶν της.

Κάρνειος

karneios@otenet.gr    

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *