Ἀρχαῖα Διδασκαλεῖα

  ΑΝΑΓΝΩΣΗ   ΓΡΑΦΗ

Ἡ Ἀθηναϊκή πολιτεία εἶχε ἐλεύθερη τήν ἐκπαίδευση καί ἀσκοῦσε ἁπλῶς ἔλεγχο στά σχολεῖα, προσέχοντας μήπως τούς ἐδίδασκαν τίποτε ἀντίθετο πρός τήν παράδοση ἤ τά καλά ἔθιμα. Ἐντελῶς ἰδιαίτερη μέριμνα ἐλάμβανε γιά τήν ἀρτιότερη μόρφωση τῶν τέκνων τῶν πολιτῶν πού πέσανε στόν πόλεμο. Οἱ ὑπάλληλοι, πού ἦσαν ἐπιφορτισμένοι μέ τήν κρατική ἐποπτεία τῶν σχολείων, ἦσαν κυρίως oι «ἐπιμεληταί» καί οἱ «σωφρονισταί». Οἱ ἐπιμελητές ἦσαν δέκα, ἐκλέγονταν μέ χειροτονία, ἕνας ἀπό κάθε φυλή, καί ἦσαν ἐντεταλμένοι νά ἐπιβλέπουν τή διαγωγή τῶν νέων. Φρόντιζαν, δηλαδή, νά τηροῦν oι ἔφηβοι πιστά τίς ἀρχές τῆς σωφρο­σύνης καί τῆς αἰδοῦς, στίς ὅποιες ἀπέδιδαν ἰδιαίτερη σημασία. Κατά τόν Ἀριστοτέλη, «ἡροῦντο ἐκ τῶν φυλετῶν τῶν ὑπὲρ τεσσαράκοντα ἔτη γεγονότων οὔς ἄν ἡγῶνται βέλτι­στους εἶναι καὶ ἐπιτηδειοτάτους ἐπιμελεῖσθαι τῶν ἐφήβων». Οἱ σωφρονιστές ἦσαν φύλακες τῆς εὐκοσμίας τῶν νέων στίς παλαῖστρες καί τά γυμναστήρια. Μέ ἄλλους λόγους, ἡ πολιτεία ἀσκοῦσε μονάχα τήν ἀστυνομική ἐπιτήρηση τῶν σχολείων καί τῶν γυμναστηρίων. Δέν ἀνελάμβανε τή φροντίδα τῆς ἀνατροφῆς. Ἡ παιδεία τῶν νέων ἦταν καθῆκον τῶν νέων καί ἰδιωτικό ἐπάγγελμα τῶν πολιτῶν. Μονάχα τή στρατιωτική μόρφωση τῶν ἔφηβων διηύθυνε ἀπ' εὐθείας ἡ πολιτεία. Ἡ θητεία αὐτή, πού ἦταν ὑποχρεωτική γιά ὅλους τους ἐλεύθερους πολίτες, ἦταν ὅπως ἡ σημερινή στρατιωτική θητεία.

Ἐκτός τῆς ἀρχῆς τῶν σωφρονιστῶν, ἄλλη ἀρχή πού εἶχε ἀνώτερη ἐξουσία στούς νεανίες ἦταν ὁ Ἄρειος Πάγος: «ὤστε τὴν ἐξ Ἀρείου Πάγου βουλὴν ἐπέστησαν ἐπιμελεῖσθαι τῆς εὐ­κοσμίας». Ὁ Ἄρειος Πάγος εἶχε τήν ἀνώτατη ἐποπτεία τῶν σχολείων καί κάτω ἀπό τίς διαταγές του ὑπηρετοῦσαν oἱ σωφρονιστές, πού ἐκτελοῦσαν καί καθήκοντα ἐπιθεωρητού τῆς ἐκπαιδεύσεως. Ἦταν φυσικό καί εὔλογο νά ἔχει ὁ Ἄρειος Πάγος τήν ἀνώτατη ἐποπτεία τῶν ἐκπαιδευτικῶν πραγμάτων, γιατί περιελάμβανε στούς κόλπους του τούς πρώτους τῆς πολιτείας, προσωπικότητες ἔμπειρες καί ἀνεπίληπτες, καί πρό πάντων γιατί ἀποτελοῦσε τό σεβαστό ἐκεῖνο σῶμα, στό ὅποιο τό ἀττικό πολίτευμα ἀπέδιδε ἰδιάζοντα ἠθικό χαρακτήρα. Μεταξύ τῶν ἐπισήμων πού ἀναμιγνύονταν στήν ἐκπαίδευση ἦσαν καί oι στρατηγοί, καθώς ἐξάγουμε ἀπό κάποιο ψήφισμα τῶν Ἐλευσινίων πρός τιμήν τοῦ στρατηγοῦ Δερκύλου, πού τόν ἐπαινοῦν 61 συνδημότες του γιά τή μέριμνά του: «ὄπως ἄν οἱ παῖρες παιδεύωνται».

Στά διδασκαλεῖα ἐγίνοντο, κυρίως διδασκαλία γραμματικῆς καί μουσικῆς, πού ἐξακο­λουθοῦσε, κατά πάσα πιθανότητα, μέχρι τοῦ 14ου ἔτους τῆς ἡλικίας. Ἡ διδασκαλία ἄρχιζε πολύ πρωί, ἄλλ' εἶναι ἄγνωστο πόσο χρόνο διαρκοῦσε. Τά παιδιά πήγαιναν στά δι­δασκαλεία ἔχοντας τό κεφάλι γυμνό, τήν κόμη δεμένη μ' ἕνα στεφάνι ἀπό φῦλλα ἤ μέ ἁπλή ταινία καί φορώντας πλατύ ἱμάτιον. Ὡραιότατη εἶναι ἡ εἰκόνα πού στολίζει τόν κύλικα τοῦ Δούριδος, τοῦ περίφημου ἀγγειογράφου, πού παριστάνει σχολεῖο τήν ὥρα τῆς διδασκα­λίας. Τρεῖς δάσκαλοι διδάσκουν χωριστά τούς μαθητές τους, ὁ ἕνας ἀνάγνωση καί ἀποστήθιση ποιημάτων, ὁ ἄλλος γραφή καί ὁ τρίτος μουσική, μέ ὄργανο τή λύρα. Οἱ μαθητές στέ­κονται ὄρθιοι σέ στάση προσοχῆς καί ἀπό πίσω τους κάθεται ὁ παιδαγωγός, δηλαδή ὁ δοῦλος πού συνοδεύει κάθε μαθητή, παρακολουθώντας καί αὐτός τήν διδασκαλία. Στήν εἰκόνα φαί­νονται ἐπίσης τά διάφορα σκεύη τοῦ σχολείου, οἱ πίνακες, οἱ ἕδρες, τά καθίσματα τῶν μαθητῶν κτλ.

Πρῶτα ἀπ' ὅλα οἱ «γραμματισταί» μάθαιναν στά παιδιά τό ἀλφάβητο. Τούς τό μάθαιναν δέ ἔμμετρα, γιά νά μή τό ξεχνᾶνε. Παράλληλα μέ τήν ἀνάγνωση γινότανε καί ἡ διδασκαλία τῆς γραφῆς. Τό «γραμματεῖον» ἤ «γραμμάτων» πού μεταχειρίζονταν ἦταν πίνακας ἀλειμμένος μέ μαλαγμένο κερί, μέ τό ὁποῖο πιθανότατα ἀνακάτευαν καί κάποια ἄλλη ὕλη γιά νά γίνεται ὁ πίνακας σκληρότερος καί γιά νά διατηροῦνται περισσότερο αὐτά πού ἔγραφαν. Ἐπίσης χρησιμοποιοῦσαν τόν «στύλον» (ἤ «γραφεῖον»), μέ τόν ὅποιον ἔγραφαν ἐπάνω στόν πίνακα. Ὁ στύλος αὐτός ἦταν ἀπό μέ­ταλλο ἤ ἐλεφαντοκόκαλο. Ἡ μία του ἄκρη ἦταν ὀξεία, γιά νά εἶναι κατάλληλη γιά τό γράψιμο, καί ἡ ἄλλη πλατειά ἤ γυριστῆ, γιά νά ἀπαλείφει σύντομα τά γραφόμενα. Γιά τή γραφή χρησιμοποιοῦσαν ἐπίσης φλούδα τοῦ αἰγυπτιακοῦ παπύρου, ἤ ἔγραφαν ἀπάνω σέ δέρματα αἰγοπροβάτων, πού τά (ὀνόμαζαν «διφθέρας». Οἱ καλύτερες διφθέρες κατασκευάζονταν στήν Πέργαμο καί γιά τό λόγο αὐτό τίς ὀνόμαζαν «περγαμηναί». Ὅταν ἔγραφαν σέ παπύρους ἤ σέ περγαμηνές, τίς περιτύλιγαν ἔπειτα σέ μία ράβδο καί τίς φύλαγαν μέσα σέ θήκη. Ἡ μελάνη γινόταν ἀπό μαύρη χρω­στική οὐσία, τήν βάζανε δέ μέσα σ' ἕνα δο­χεῖο μέ σκέπασμα, πού τό ἔλεγαν «μελανοδόχος» ἤ «πυξίς». Σ' αὐτήν ἐμβάπτιζαν τόν «κάλαμον», δηλ.   τόν  κονδυλοφόρο.

Γιά τήν ἀνάγνωση οἱ διδάσκαλοι χρησιμοποιοῦσαν περισσότερο τά ποιήματα. Ὄχι μονάχα ὁ Ὅμηρος, πού ἦταν τό ἀποκλειστικό σχολικό ἀνάγνωσμα καί ἐθεωρεῖτο ἀπό τούς Ἕλληνες ὡς ὁ ἀκρογωνιαῖος λίθος κάθε σοφίας, ἄλλα καί οἱ λυρικοί ποιητές διδάσκονταν γιά τούς ρυθμούς καί τά μέτρα των. Μερικοί ἐπίσης διδάσκαλοι διάλεγαν γιά τή διδασκαλία τούς ἀνθολογίες ἀπό διαφόρους ποιητές καί ἰδίως τεμάχια μέ γνωμικό περιεχόμενο, ὅπως ἦταν τοῦ Ἡσιόδου, τοῦ Θεόγνιδος, τοῦ Φωκυλίδου, τοῦ Μίμνερμου κτλ. Ὁ Πλάτων, στόν «Πρωταγόρα», μᾶς λέει ὅτι τά παιδιά διάβαζαν δοκίμων ποιητῶν ποιήματα ὡς καί ἀναγνωστικά πού περιεῖχαν νουθετήσεις καί ἀναγνώσματα ἐγκωμιαστικά παλαιῶν ἀνδρῶν, διά νά διεγείρεται ὁ ζῆλος τῶν παιδιῶν καί ἡ ὄρεξη νά τούς μοιάσουν. Ἔτσι οἱ μαθητές ἀποκτοῦσαν γνώσεις ἠθικές, πού διέπλαθαν ἠθικό χαρακτήρα, ἀσκοῦσαν τή διάνοια καί διεγείρανε στίς ψυχές τῶν νέων τό αἴσθημα τῆς κοσμιότητας καί τῆς καλῆς συμπεριφορᾶς. Μεγάλη ἐπίσης σπουδαιότητα εἶχαν τά ἀ­ποφθέγματα τῶν ἑπτά σοφῶν, στούς χρόνους δέ τοῦ Μεγάλου Ἀλεξάνδρου τά συνέλεξαν σάν ἕνα εἶδος  κατηχήσεως.

Ἀκόμη μεγαλύτερη σπουδαιότητα ἀπέδιδαν οἱ ἀρχαῖοι στή δημιουργία ἠθικῶν ἕξεων, πού, καθώς λέει καί ὁ Ἀριστοτέλης, δέν εἶναι ἔμφυτη στόν ἄνθρωπο, ἀλλά ἐμβολιαζόταν μέ τήν ἕξι καί μέ τήν ἄσκηση. Μέ τά ἐφόδια λοιπόν αὐτά, μαζί μέ τήν ἄριστη διάπλαση τῆς ψυχῆς καί τοῦ σώματος, πού τούς ἔδινε ἡ μουσική καί ἡ φυσική ἀγωγή, τά παιδιά ἔμπαιναν στήν κοινωνία γιά νά δημι­ουργήσουν τόν ὑπέροχο ἐκεῖνο πολιτισμό.

Ἐκτός ἀπό τή γραφή καί τήν ἀνάγνωση, τά παιδιά στά ἀρχαῖα διδασκαλεῖα μάθαιναν ἀριθμητική, πού στούς ἀρχαιότερους χρόνους δέν τή θεωροῦσαν σοβαρή παιδεία. Τήν μά­θαιναν, ἄλλωστε, καί οἱ δοῦλοι. Ἄλλοτε μετροῦσαν στά δάχτυλα κι' ἄλλοτε χρησιμοποιοῦσαν διάφορα ἀντικείμενα, πέτρες, ξυλαράκια, ψήφους, μῆλα, στεφάνια. Οἱ ὠριμότεροι μαθητές μάθαιναν τίς βάσεις τῆς γεωμετρίας, τήν ὁποίαν ὁ Σωκράτης θεωροῦσε ἀπαραίτητη καί οἱ φιλόσοφοι τοῦ 4ου αἰῶνος τήν συνιστοῦσαν ὡς ἕνα ἔξοχο μέσον γιά τήν ὀξύτητα τῆς ἀντιλήψεως καί τήν ἀνάπτυξη τῆς λογικῆς σκέψεως. Ὁ Πλάτων συμβουλεύει στούς Νόμους του, μαζί μέ τήν ἀριθμητική καί τή γεωμετρία νά διδάσκονται στά παιδιά καί οἱ πρώτες βάσεις τῆς ἀστρονομίας. Σέ μερικά σχολεία ἐδιδάσκετο καί ἡ ἰχνογραφία μέ πετροκόντυλο ἤ πινέλο. Ἐπίσης ἀπό τούς ἀρχαί­ους καλλιεργεῖτο καί ἡ χειροτεχνία. Τέλος, κατά τόν 4ον αἰώνα στόν κύκλο τῶν τακτικῶν μαθημάτων προσετέθη καί ἡ ζωγραφική. Καθώς μᾶς πληροφορεῖ ὁ Πλίνιος, ἡ ζωγραφική, κατά εἰσήγηση τοῦ Παμφίλου, εἰσήχθη στά σχολεῖα πρῶτα στή Σικελία κι' ἔπειτα στήν ἄλλη Ἑλλάδα.

Ὅσο γιά τά κορίτσια, ἡ διδασκαλία τους ἦταν περιορισμένη καί γινόταν στό σπίτι ἀπό τίς μητέρες κι' ἀπό τίς παραμάνες. Μάθαιναν ἀνάγνωση καί γραφή, λίγες θρησκευτικές καί μυθολογικές γνώσεις, μερικούς λογαριασμούς καί ἀποστήθιση διαφόρων ποιημάτων. Σ' ὅλα αὐτά πρέπει νά προσθέσουμε καί τή μουσική. Αὐτά γίνονταν σ' ὅλη τήν Ἑλλάδα, ἕκτος τῶν κοριτσιῶν τῆς Σπάρτης, γιά τήν ἀγωγή τῶν ὅποιων θά μιλήσουμε σέ σχετικό κεφάλαιο, καί τῶν κοριτσιῶν τῶν ἰωνικῶν καί αἰολικῶν κρατῶν, ὅπου συναντοῦμε γυναῖκες ἀνώτερης πνευματικῆς  μορφώσεως.

Πολλές φορές ἡ διδασκαλία γινόταν στό ὕπαιθρο, ἐνῶ γιά τίς ψηλότερες βαθμίδες τῆς πνευματικῆς ἀναπτύξεως ὑπῆρχαν ἐπιβλητικά οἰκοδομήματα μέ ὡραῖα ἔπιπλα, σκεύη, θρανία κλπ. Ἐπάνω στούς τοίχους τῶν σχολείων ἦσαν κρεμασμένα διάφορα ὄργανα τῆς καθημερινῆς ἐργασίας, λῦρες, κύλικες κ.ἄ.

 

ΜΟΥΣΙΚΗ

Τήν μουσική, καθώς εἴπαμε, τήν ἐδίδασκαν στά σχολεῖα τῶν ἀρχαίων   Ἑλλήνων οἱ κιθαρωδοί ἤ κιθαριστές. Μέ τή λέξη «μουσική» oι Ἀθηναῖοι ἐννοοῦσαν δυό πράγματα: πρῶτα τήν κυρίως μουσική, φωνητική καί ὀργανική,  ὅπως τήν ἐννοοῦμε καί ἐμεῖς, καί ἔπειτα τό σύνολο τῶν ἐπιστημῶν καί τεχνῶν, πού ἀπέβλεπαν στή διάπλαση τῆς ψυχῆς. Γιά αὐτό καί τίς προστάτιδες θεές τῶν  ἐπιστημῶν καί τῶν τεχνῶν τίς ἔλεγαν Μοῦσες. Πῶς ἄραγε ἡ ἔννοια τῆς  καθαυτό μουσικῆς ἔλαβε στούς ἀρχαίους Ἕλληνες τέτοια ἔκταση; Ἀπ’ ἀρχῆς, ἡ φωνητική καί ὀργανική μουσική εἶχε θεωρηθεῖ στήν Ἑλλάδα ὡς ἕνας παράγων ἠθικῆς καί μορφώσεως. Ἀσκοῦσαν τήν μουσική, ὄχι γιά νά ἀποκτήσουν κάποια τεχνική ἐπιδεξιότητα, ἀλλά γιά νά μορφώσουν τήν καρδιά καί τό πνεῦμα τους, γιά νά καταπραΰνουν καί νά ἐξευγενίσουν τά πάθη τους, γιά νά ἀνυψώσουν τό πνεῦμα ἀπό τίς ταπεινές ἐνασχολήσεις τῆς καθημερινῆς  ζωῆς σέ ἀνώτερες σφαῖρες. Ὅποιος δέν γνώριζε ἤ τουλάχιστον δέν ἀγαποῦσε τή  μουσική, ἐθεωρεῖτο ἄνθρωπος κακός καί χυδαῖος. «Μουσική ἀρετῆς παιδεία» διακηρύσσανε καί πίστευαν oι ἀρχαῖοι Ἕλληνες. Ἕνεκα τῆς ἐπιδράσεως αὐτῆς πού ἀσκούσε στή μόρφωση ἡ ἔννοια τῆς μουσικῆς ἔλαβε τέτοια εὐρύτητα, ὥστε νά σημαίνει κάθε μορφωτική ἐπιστήμη καί τέχνη.

Ἡ μουσική λοιπόν ἦταν ἕνα ἀπό τά σπουδαιότερα μαθήματα τῶν ἀρχαίων Ἐλληνοπαίδων καί ἀποτελοῦσε οὐσιαστικότατο μέρος τῆς «ἐγκυκλίου παιδείας». Δέν ἦταν μονάχα ἕνα εὐχάριστο ἐρασιτεχνικό μάθημα, πού προκαλοῦσε τήν εὐχαρίστηση καί τήν τέρψη, ἕνα μάθημα «ἡδονῆς χάριν καί τοῦ καλῶς σχολάζειν», ὅπως ἔλεγε ὁ Ἀριστοτέλης, γιατί, καθώς τονίζει στή  συνεχεία, ἕκτος ἀπό τήν ἡδονή πού προσφέρει, «ἡ μουσική τείνει πρός ἀρετήν». Παράλληλα μέ τήν ἐξευγενιστική καλλιέργεια πού ἀσκοῦσε ἄμεσα, ἡ μουσική ἦταν ταυτοχρόνως καί ἕνα πολύτιμο καί καρποφόρο μέσον ἠθικῆς ἀγωγῆς, γιατί τά ποιήματα καί ἰδίως τά λυρικά, ὅταν τά ἀπέδιδαν μέ τή συνοδεία μουσικοῦ ὀργάνου, ἐπιδροῦσαν ἐπωφελέστατα στήν ψυχή τῶν παιδιῶν, τούς προκαλοῦσαν ὑψηλότερα συναισθήματα καί καλλιεργοῦσαν ἠθικές ἰδέες στό  βουλητικό τους.

Τά παιδιά ἄρχιζαν νά διδάσκονται μου­σική ἀπό τό δέκατο τρίτο ἔτος τῆς ἠλικίας των. Σπουδαιότερα μουσικά ὄργανα θεωροῦσαν τότε τή λύρα καί τή φόρ­μιγγα, καί πολλά σχολεῖα δίδασκαν τούς μαθητές των καί μέ τά δυό αὐτά ὄργανα. Ἄλλα μουσικά ὄργανα πού χρησιμοποιοῦσαν, ἦσαν ἡ κιθάρα, ὁ αὐλός, ἡ σύρινξ καί τό τύμπανο. Ὁ αὐλός ὅμως, ἀφ' ἐ­νός γιατί δέν ἦταν συνοδευτικό ὄργανο ἄ­σματος, κι' ἀφ' ἑτέρου ἐπειδή προκαλούσε δυσμορφία, δέν εἶχε παρά ἐλαχίστους ὀπαδούς ἐν Ἀθήναις. Ὁ Πλούταρχος (βίος Ἀλκιβιάδ., κεφ. Β') ἀναφέρει ὅτι ὁ Ἀλκιβιάδης γιά τά ἄλλα μαθήματα ἦταν προθυμότατος, ἀπέφευγε ὅμως τήν διδασκαλία τοῦ αὐλοῦ, γιατί θεωροῦσε τό μάθημα αὐτό ἀγενές καί ἀνάξιο γιά ἐλευ­θέρους ἀνθρώπους. Παρ' ὅλα αὐτά δέν ἔ­παυε καί τό ὄργανο τοῦτο νά εἶναι ὄργανο προσφιλές, ἰδίως στή Βοιωτία, ὅπου τό χρησιμοποιοῦσαν συχνότατα στίς ἑορτές, στούς χορούς, στά συμπόσια καί στίς δια­σκεδάσεις. Πρέπει νά προσθέσουμε, ὅτι ὁ ἀρχαῖος αὐλός ἦταν διαφορετικός ἀπό τόν σημερινό καί στή χρήση καί στή μορφή, γιατί ἐκεῖνος ἦταν διπλός καί εἶχε δυό αὐλούς μέ τό ἴδιο μῆκος.

Τά ἄλλα πνευστά ὄργανα εἶχαν γιά τή μουσική μικρή τεχνική σημασία. Μεταξύ αὐτῶν συγκαταλέγεται καί ἡ σύριγξ, πού ἀποτελεῖτο ἀπό καλάμια, τοποθετημένα τό ἕνα ἐπάνω στό ἄλλο, μέ διαφορετικό μήκος τό καθένα, ἀπό τό βραχύτερο ἕως τό μακρύτερο, ὅπως φαίνεται ἀπό πολλές εἰ­κόνες τοῦ θεοῦ τῶν δασῶν Πάνα καί ἄλλων θεοτήτων τῶν  δασῶν.

Ἡ κιθάρα – διαφορετική ἀπό τήν «κίθαριν» – ἦταν μία λύρα τέλεια. Χρήση κιθάρας δέν γινόταν στά σχολεῖα, ἄλλα τήν χρησιμοποιοῦσαν οἱ κιθαρωδοί στούς ἀγῶνες, γιά νά ὑποβοηθάει τή φωνή τους.

Τά ἔγχορδα ὄργανα παίζονταν στήν Ἐλλάδα μέ κρούση ἤ μέ ψηλάφηση, εἴτε μέ τά χέρια εἴτε μέ κάποιο ἐλαφρό τόξο. 'Ὡς σπουδαιότερα ἔγχορδα ὄργανα θεωροῦσαν τή λύρα καί τήν κιθάρα, πού ἄρμοζαν, κατά τή γνώμη τους, περισσότερο σ' ἐλευθέρους ἀνθρώπους. Τό ἁπλούστερο, πιθανότατα, καί τό ἀρχαιότερο ἀπ' αὐτά ἦταν ἡ λύρα.

Τή λύρα τήν παίζανε καθισμένοι, τήν κιθάρα ὅμως τήν παίζανε ὄρθιοι, προσδένοντας αὐτήν μέ μία ταινία ἐπάνω στό στῆθος των, γιατί ἦταν βαριά. Γιά τήν κρούση μεταχειρίζονταν πλῆκτρο ἀπό ξύλο ἤ ἐλεφαντοκόκαλο, πού τό εἶχαν κρεμασμένο στό ὄργανο μ' ἕνα λουρί. Ἐκτός ἀπό τή λύρα καί τήν κιθάρα, συναντᾶμε καί ἄλλα ἔγχορδα ὄργανα πού εἶχαν, ἔλθει ἀπό τήν Ἀνατολή καί τήν Αἴγυπτο. Γιά αὐτά δέν ὑπάρχουν εἰκόνες, ἄλλα μαρτυρίες ἀπό διαφόρους συγγραφεῖς. Ἕνα τέτοιο ὄργανο ἦταν καί ἡ ἅρπα, πού στηριζόταν στό στῆθος ἐκείνου πού τήν ἔπαιζε, καθισμένος. Τήν ἅρπα δέν τήν ἔκρουαν μέ πλῆκτρο, ἄλλα μέ τά χέρια. Μέ τό δεξί χέρι ἔκρουαν τίς πλησιέστερες χορδές καί μέ τό ἀριστερό τίς χορδές πού ἦσαν μακρύτερα. Ὁ ἀριθμός τῶν χορδῶν τῆς ἄρπας ἄλλαζε, δέν ἦταν σ' ὅλες ὁ ἴδιος. Μεταξύ τῶν τελευταίων αὐτῶν ὀργάνων συγκαταλέγεται καί ἡ «βάρβιτος», μέ λιγότερες χορδές, πού τήν ἔπαιζαν μέ τό χέρι καί μέ τό πλῆκτρο. Ἦταν ὄργανο «βαρείας διαπασών», προορισμένο νά ὑποβοηθάει τό ἄσμα.

Τέλος ὑπῆρχαν καί μεταλλικά πνευστά ὄργανα, γιά τόν πόλεμο καί γιά τή λα­τρεία. Αὐτά ἦσαν ὡς ἐπί τό πλεῖστον χάλκινα καί χρησιμοποιοῦντο ἀπό τούς ἀρχαίους Ἕλληνες στή λατρεία τοῦ Διονύσου καί τῆς Κυβέλης καί σέ χορούς ὀργιαστικού χαρακτήρα. Ἄλλα δευτερεύ­οντα ὄργανα ἦσαν τά κύμβαλα, τά κρόταλα κλπ. Ἡ μουσική μόρφωση τῶν μαθητῶν εἶχε πολλή χρησιμότητα στίς θρησκευτικές καί τίς πατριωτικές ἑορτές. Τά μαθήματα συχνότατα γίνονταν στό ὕπαιθρο, στούς δρόμους ἤ στίς δημόσιες πλατεῖες.

ΓΥΜΝΑΣΙΑ

Ἐξ ἴσου σπουδαία μέ τήν μουσική, ἦταν γιά τούς ἀρχαίους καί ἡ γυμναστική. Μέ τό θέμα αὐτό θ' ἀσχοληθοῦμε στό ἑπόμενο ἄρθρο μας. Θ' ἀρκεσθοῦμε σήμερα ν' ἀναφέρουμε μερικά γενικά σημεῖα.

Φεύγοντας ἀπό τά διδασκαλεῖα, τά παιδιά πηγαίνανε στίς παλαῖστρες. Αὐτές ἦ­ταν τόπος ὅπου γυμνάζονταν οἱ ἔφηβοι. Στίς παλαῖστρες δίδασκε ὁ «παιδοτρίβης». Οἱ ἐν Αθήναις γυμναστικές ἀσκήσεις καί στήν ἄλλη Ἑλλάδα δέν ἦταν τρα­χεῖες ὅπως τῶν Σπαρτιατῶν. Περιελάμβα­ναν κυρίως τό «πένταθλο», δηλαδή: τό δρόμο, τό ἅλμα, τήν πάλη, τό δίσκο καί τό ἀκόντιο.   Ἐκτός αὐτῶν γυμνάζονταν στήν ὄρχηση καί στό κολύμπι. Τό τελευταῖο θεωρεῖτο τό μᾶλλον ἀπαραίτητο γιά τή ζωή σωματικό γύμνασμα. Γιά αὐτό ὁ ἐντελῶς ἀμόρφωτος καί ἀγράμματος ἦταν ὁ «μήτε νεῖν μήτε γράμματα ἐπιστάμενος», δηλαδή ἐκεῖνος πού δέν ἤξερε οὔτε γράμματα  οὔτε νά κολυμπήσει.

Μετά τήν παλαίστρα οἱ νέοι φοιτοῦσαν στά «γυμνάσια», ὅπου συνεχιζόταν τόσο ἡ σωματική ὅσο καί ἡ πνευματική μόρφωση, γιατί τά γυμνάσια ἔγιναν σιγά – σιγά ἐντευκτήρια πολλῶν σοφῶν ἤ σοφι­στῶν, ὅπου συζητοῦσαν διάφορα φιλοσοφικά καί πολιτειακά ζητήματα.

Σ' ἕνα διάλογο τοῦ Πλάτωνος ἀναφέρεται μία ὁμάδα σφριγηλῶν καί σφιχτοδεμένων παιδιῶν, πού διασχίζουν τό δρόμο, κάτω ἀπό τό χιόνι πού πέφτει πυκνό, γυμνά, ἀλλά γεμάτα χαρά καί ζωή, καί πηγαίνουνε τραγουδώντας πρός  τό γυμνάσιο

Ὅταν ὁ νεαρός Ἀθηναῖος συμπλήρωνε τό 18ον ἔτος τῆς ἡλικίας του, τόν ἔγραφαν μέ ἐπίσημη τελετή στό μητρῶο του δήμου, ἀνεκηρύσσετο πολίτης καί ὁρκιζόταν τόν ὅρκο τῶν πολιτῶν. Στήν ἑορτή τοῦ Διονύσου, οἱ νέοι συνδημότες ἐμφανίζονταν στό θέατρο ἐνώπιον τοῦ λαοῦ. Τότε ἀκριβῶς ὁ νέος ἀνελάμβανε τήν ὑποχρέωση νά φοίτηση σέ γυμνάσιο, ὅπου σέ ἰδιαίτερη στοά διδασκόταν τίς στρατιωτικές ἀσκήσεις. Ἀλλά αὐτό δέν τόν ἐμπόδιζε νά παρακολουθεῖ καί τά σχολεῖα τῶν φιλοσόφων.

Μετά τό τέλος τῆς στρατιωτικῆς θητείας ἤ καί πρωτύτερα, ὁ ἔφηβος ἤ ἀκολουθοῦσε κάποιο ἐπάγγελμα, συνήθως τοῦ γεωργοῦ, ἤ παρακολουθοῦσε ἀνώτερα μαθήματα στά σχολεῖα τῶν φιλοσόφων καί τῶν σοφιστῶν, πού ἀντιστοιχοῦσαν πρός τά σημερινά μας πανεπιστήμια.

Ἐκτός ἀπό τούς τρεῖς διδασκάλους πού ἀναφέραμε – γραμματιστές, κιθαρωδούς, παιδοτρίβες – κατά τόν Δ' αἰώνα παρουσιάζονται καί δυό ἄλλοι, οἱ «κριτικοί» ἤ «γραμματικοί» (ἑρμηνευτές κειμένων) καί οἱ «γεωμέτραι».

Ὁ μισθός τοῦ διδασκάλου κανονιζόταν ἀνάλογα μέ τήν ἀξία του καί μέ τό μά­θημά του. Ὁ μισθός τοῦ γραμματιστοῦ ἦταν ἐλάχιστος. Ἀπό κάποιο ἐπίγραμμα διαφαίνεται ὅτι ὁ ἐτήσιος μισθός τοῦ ἀνήρχετο κατά μαθητή σέ εἴκοσι δραχμές. Ὅταν ὁ μαθητής δέν πήγαινε γιά τόν ἔνα ἤ τόν ἄλλο λόγο στό σχολεῖο, ὁ διδά­σκαλος δέν ἔπαιρνε ἀμοιβή. Ἡ ἀντιμισθία τοῦ ἐλαττωνόταν ἐπίσης, ὅταν ἦταν ἑορ­τάσιμες ἡμέρες., ἀπό τίς ὅποιες ἔβριθε τό Ἀττικό ἡμερολόγιο. Ὁ μισθός ὅμως τοῦ κιθαρωδοῦ ἦταν μεγαλύτερος, καί ἀκόμα μεγαλύτερός τοῦ παιδοτρίβη, πού ἔφθανε μέχρι τοῦ ποσοῦ τῶν 100 δραχμῶν.

Ἀλλά οἱ πιό εὐυπόληπτοι καί οἱ καλύτε­ρα ἀπό ὅλους πού πληρώνονταν ἦσαν oι «κρι­τικοί» ἤ «γραμματικοί». Τά σχολεῖα τους καλοῦνταν «σχολαί». Πιό πάνω ἀπό αὐτούς, στήν ἀνώτατη βαθμίδα τῆς ἐκπαιδεύσεως, ἔχουμε πιά τούς καθηγητές τῶν ἀρχαίων Πανεπιστημίων, δηλαδή τούς φιλοσόφους, τούς σοφιστές καί τούς ρήτορες. Ὅλοι αὐ­τοί ἦσαν ἐξαιρετικές προσωπικότητες, μέ γόητρο καί μέ φήμη, καί συχνά ἀπό τά δίδακτρα πού ἔπαιρναν ἀποκτοῦσαν μεγάλες περιουσίες. Γιά αὐτό καί ὁ Σωκράτης λέει γιά τόν Πρωταγόρα: «Οἶδα ἄνδρα ἕνα, Πρωταγόραν, πλείω χρήματα κτησάμεν ἀπὸ ταύτης τῆς σοφίας ἤ Φειδίας τε, ὅς οὔτω περιφανῆ καὶ ἄλλα ἔργα είργάζετο, καὶ ἄλλοι δέκα τῶν άνδριαντοποιῶν».

Τήν κατώτατη, καθώς εἴδαμε, βαθμίδα καί στή στοιχειώδη ἀκόμα ἐκπαίδευση, τήν κατεῖχε ὁ ταλαίπωρος ὁ γραμματιστής. Αὐτός ὄχι μόνο πληρωνότανε πενιχρά, ἄλλα καί μετέδιδε πενιχρότατες γνώσεις. Γιά αὐτό καί ὁ Ἱεροκλῆς τόν γραμματιστῆ ἤ γραμματοδιδάσκαλον τόν ἀποκαλεῖ κάπου «χαμαιδιδάσκαλον». Ἐξ ἄλλου, πολλοί ἔκαναν τό ἔργο τοῦ διδασκάλου, χωρίς νά ἔχουν κλίση γιά τό ἐπάγγελμα αὐτό, οὔτε καί τήν ἀπαιτούμενη ἱκανότητα, ἄλλα γιά λόγους οἰκονομικῆς ἀπορίας ἤ γιατί δέν εὕρισκαν ἄλλο ἐπάγγελμα.

Ἀναφέρεται ἐπίσης ὅτι μερικοί διδάσκαλοι ἀσκοῦσαν τό ἔργο τους περιφερόμενοι μαζί μέ τούς μαθητές τους στούς δρόμους, ὅπου τό πλῆθος καί. ὁ θόρυβος τούς ἐμπόδιζαν νά διδάσκουν.

 

Η ΓΥΜΝΑΣΤΙΚΗ ΩΣ ΒΑΣΙΚΟΣ ΠΑΡΑΓΩΝ ΣΩΜΑΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΨΥΧΙΚΗΣ ΑΓΩΓΗΣ 

 

Ἡ γυμναστική στούς ἀρχαίους Ἕλληνας εἶχε μεγίστη σπουδαιότητα καί πρό πάντων στούς Δωριεῖς, στούς ὁποίους ἦταν ἡ βάση τῆς ἀγωγῆς ὄχι μόνον τῶν ἀρένων, ἄλλα καί τῶν θηλέων. Ἐν Ἀθήναις ἦταν ζωτικότατο καί ἀπαραίτητο στοιχεῖο τῆς διδασκαλίας.

Ἀπό ὅλους τους ἀρχαίους λαούς κανένας δέν καλλιέργησε τίς σωματικές ἀσκήσεις μέ τόσο ζῆλο ὅσον ὁ ἑλληνικός. Εἴχανε καθιερώσει τήν γυμναστική ὡς πρωτεύουσα καί ἀπαραίτητη ἐνασχόληση τῶν παιδιῶν καί πιστεύανε ὅτι ἐξωραΐζει τά μέλη, δίνει εὐεξία, διαμορφώνει καί δυναμώνει τό σῶμα. Πιστεύανε ἀκόμη ὅτι ἡ ἄρτια ἀνάπτυξη τοῦ σώματος συμβάλλει στήν ἄρτια ἀνάπτυξη τῆς ψυχῆς καί τοῦ νοῦ. Στούς χρόνους ἰδίως τῆς ἀκμῆς δέν ὑπῆρχε πόλη πού νά μήν ἔχει χλοερό καί κατάδενδρο γυμναστήριο, πού πολλές φορές ἦταν λαμπρά καί πλούσια διακοσμημένο. Μερικές πάλεις εἴχανε περισσότερα τοῦ ἑνός. Γιά αὐτό καί ὁ Σόλων εἶχε καταστήσει τήν γυμναστική ὑποχρεωτική γιά τούς νέους, γιατί τήν θεω­ροῦσε οὐσιῶδες μέρος τῆς ἀγωγῆς. Καί ὁ Γαληνός ἔλεγε: «Κινητέον τε ὅλον τὸ σῶμα κινήσεις ἰσοσθενεῖς, πάντα μεταχειριζόμενοι τὰ τῶν γυμνασίων εἴδη, δι' ὥν ἕκαστον τῶν μορίων τὰς οἰκείας βουλήσεις ἐνεργεῖ» (Ὑγιεινὰ Παραγγέλματα Β' 2). Καί τά κορίτσια γυμνάζονταν γιά νά κάνουν σῶμα ὡραῖο καί εὐΐονο (ἰσχυρό), ὅπως στήν Ἀντιόχεια, στή Σπάρτη, στή Χίο, ὥστε – καθώς λέει ὁ Πλούταρχος (Λυκούργ. 14) – «ἡ τῶν γεννωμένων ρίζωσις ἰσχυρὰν ἐν ἰσχυροῖς σώμασιν ἀρχὴν λαβαῦσα βλαστάνοι βέλτιον».

Γνωστή εἶναι ἡ προθυμία τῶν ὁμηρικῶν ἡρώων γιά τίς σωματικές ἀσκήσεις. Γνωστόν εἶναι ἐπίσης ὅτι οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες ἐπιζητοῦσαν μέ μεγάλο ζῆλο τά ἁπλά στεφάνια ἀπό ἕνα κλαδάκι ἀγριελιᾶς, γιά τά ὁποία βλέπουμε νά ἀγωνίζονται στούς μεγάλους ἀγῶνες oι ἀντιπρόσωποι τῶν εὐγενέστατων οἴκων, πολλές φορές καί oι τύραννοι καί oι ἡγεμόνες. Στήν ἀρχή, στούς ἡρωικούς χρόνους, ἡ γυ­μναστική συνίστατο σέ σωματικές ἀσκήσεις, προορισμένες νά ἰσορροπήσουν σέ μί θαυμαστή ἁρμονία ὅλες τίς φυσικές δυνάμεις τοῦ σώματος. «Δεῖξε μου τό στῆθος σου, τούς ὤμούς σου, τά νεφρά σου —ἔλεγαν στούς νέους oι διδάσκαλοι τῆς παλαίστρας— γιά νά δοῦμε γιά ποιά ἄσκηση εἶσαι κατάλληλος». Τότε oι ἀσκήσεις ἦταν ἀνάλογες μέ τίς ἱκανότητες κάθε νέου, μέ τό σκοπό νά τόν κάνουν γερό, εὔκαμπτο καί δραστήριο. Δέν ἦταν ὅμως ἀρκετό αὐτό, ἄλλα ἔπρεπε νά ἔχουν καί τή σωστή δίαιτα, γιά νά μπορέσουν oι νέοι νά προετοιμασθοῦν γιά τή συμμετοχή τους ἀργότερα στούς πανηγυρικούς ἀγῶνες τῆς Ἑλλάδος. Γιά αὐτό ἀπείχαν καί ἀπό τό κρασί καί ἀπό τό κρέας κι' ἀκολουθοῦσαν ἄκρα λιτότητα στίς παραμονές τῶν ἀγώνων. Ὅταν ὅμως ἄλλαξαν oι ἀντιλή­ψεις γιά τήν ὑγιεινή, ἄλλαξε καί ἡ δίαιτα πού ἀκολουθοῦσαν oι ἀγωνιστές, καί στά χρόνια τοῦ Ἱπποκράτη, ὅταν ὁ ἀθλητής πού εἶχε φάει κρέας νίκησε τόν ἀντίπαλό του, ὅλοι oι ἄλλοι, πού μέχρι τότε νήστευαν, θελήσανε καί ἀκολουθήσανε τό παράδειγμά του. Σέ λίγο ἡ μή-φαγία τούς ἔγινε παροιμιώδης καί ἡ παράδοση – πού ὑπερβάλλει κάποτε τίς λαϊκές παραδόσεις – ἀναφέρει ὅτι ὁ Μίλων ὁ Κροτωνιάτης ἔφαγε ἕνα ὁλόκληρο βόδι, πού τό σκότωσε μέ τήν πυγμή του καί τό κουβάλησε πάνω στούς ὤμους του. Ὁ θρύλος δέν ἔπαψε ν' ἀναφέρει ὅτι τό συνηθισμένο φαγητό τοῦ Μίλω­νος ἦταν ἕνα μοσχάρι.

Ἡ γυμναστική ἐν Ἀθήναις κατά τήν ἐποχή τῶν ἱστορικῶν χρόνων συγκέντρωνε ἰδιαίτερη ἐκτίμηση, ἰδίως ἀπό τήν ἐποχή τοῦ Πεισιστράτου, καί ἀπόκτησε σπουδαία θέση στήν ἀθηναϊκή ζωή. Ἀπό τήν ἐποχή τοῦ Πεισιστράτου χρονολογοῦνται oι γυμναστικοί ἀγῶνες πού τελοῦνταν τά Παναθήναια.

Οἱ τόποι μέσα στούς ὅποιους γινότανε ἡ γυμναστική, δηλαδή τά «γυμνάσια», ἦταν δη­μόσια καταστήματα πού ἱδρύονταν, ἐφοδιάζοντο μέ τά κατάλληλα ὄργανα, ἀγάλματα καί ἀνδριάντες καί στολιζόντουσαν κάθε χρόνο καί περισσότερο μέ δαπάνες τῆς πολιτείας καί μέ δωρεές εὐπόρων καί φιλοπάτριδων πολιτῶν. Μαζί μέ τά ἄλλα λαμπρά οἰκοδομήματα, μέ τά ὅποια ὁ Ἀδριανός κόσμησε τό Ἄστυ, ὁ Παυσανίας ἀναφέρει καί ἕνα ἐπώνυμο «Γυμνάσιο», πού εἶχε ἑκατό κολῶνες ἀπό Λίβυο μάρμαρο.

Ἐν Ἀθήναις, ἐκτός ἀπό τίς παλαῖστρες, στίς ὅποιες ἔπαιρναν τά πρῶτα μαθήματα τά μικρότερα παιδιά, ὑπῆρχαν πολλά δημόσια καί ἰδιωτικά γυμνάσια: Τό «Λύκειον», τό «Κυνόσαργες», ἡ «Ἀκαδήμεια», τό «Πτολεμαῖον». Τό τελευταῖο εἶχε δωριθεῖ στούς "Ἀθηναίους ἀπό τό βασιλέα Πτολεμαῖο Φιλάδελφο. Τά τρία πρῶτα ἦταν δημόσια καί προσιτά στά κοινό. Ἤ «Ἀκαδήμεια» ἦταν ἕνας μεγάλος κῆπος πού ἔφερε τό ὄνομα τοῦ ἥρωα Ἀκαδήμου. Ὁ Πεισιστρατίδης Ἵππαρχος περιέβαλε μέ τείχη τό γυμνάσιο αὐτό καί ὁ Κίμων τό δενδροφύτευσε. Ἀργότερα τό γυμνάσιο αὐτό ἔγινε πε­ρίφημο, γιατί μέσα σ" αὐτό δίδασκε ὁ Πλάτων. Τό «Λύκειον» βρισκόταν κοντά στόν Ἰλισό, ἦταν ἀφιερωμένο στό Λύκειο Ἀπόλλωνα καί τό κοσμοῦσε ἕνα ἄγαλμα τοῦ θεοῦ. Ἀργότερα ἔγινε καί αὐτό ἔνδοξο, γιατί τό ἔκανε κέντρο τῆς σχολῆς του καί τῆς διδασκαλίας τοῦ ὁ Ἀριστοτέλης. Τό «Κυνόσαργες», τέλος, πού βρισκόταν στούς πρόποδες τοῦ Λυκαβηττοῦ, χρησίμευε ὡς τόπος ἀσκήσεως γιά τούς νέους ἐκείνους πού δέν ἦταν τέλειοι πολίτες, δέν ἦταν δηλαδή ἀστοί εἴτε ἀπό πατέρα εἴτε ἀπό μητέρα. Γιά αὐτό καί ἦταν ἀφιερωμένο στόν Ἡρακλῆ, πού, καθώς ἀναφέρει ὁ Πλού­ταρχος, δέν ἐθεωρεῖτο γνήσιος θεός, γιατί εἶχε γεννηθεῖ ἀπό θνητή μητέρα. Στό γυμνάσιο αὐτό γυμναζόταν καί ὁ Θεμιστοκλῆς, ἐπειδή ἡ μητέρα του δέν ἦταν Ἀθηναία. Τό «Κυνόσαργες» ἔγινε ἀργότερα τόπος διδασκαλίας τῶν κυνικῶν φιλοσόφων.

Οἱ «παλαῖστρες» διέφεραν ἀπό τά «γυμνά­σια» πρῶτα γιατί ἀσκοῦσαν τά παιδιά στή μικρότερη ἡλικία τους καί ἔπειτα γιατί αὐτές ἦταν ἰδιωτικές, ὑπό τή διεύθυνση τοῦ παιδοτρίβη, ἐνῶ τά γυμνάσια ἦταν δημόσιοι χώ­ροι, πού ἄνηκαν στήν πολιτεία καί συντηρούνταν ἀπό αὐτή.

Γιά τήν ἀρχιτεκτονική τῶν παλαίστρων καί τῶν γυμνασίων δέν ξέρουμε πολλά. Γνωρίζου­με ὅμως ὅτι ὑπῆρχαν καί στά δυό κρήνη καί πηγάδι. Ἐπίσης ὑπῆρχαν λουτρά, σκιερές δενδροστοιχίες, στοές μέ κολῶνες καί προτομές τοῦ Ἑρμῆ, καθώς καί ἀγάλματα διαφόρων θεῶν, τοῦ Ἀπόλλωνα, τοῦ Ἔρωτα, τῆς Αθηνᾶς καί τοῦ Ἡρακλῆ. Γενικά τό ἀρχαῖο ἐλ­ληνικό γυμνάσιο περιελάμβανε μέσα στό γήπεδό του στάδιο γιά τό δρόμο καί διαστήματα γιά τήν πάλη καί τούς ἄλλους ἀγῶνες. Τά λουτρά ἦταν καί ψυχρά καί θερμά. Ἐκτός ἀπό αὐτά, στά γυμνάσια ὑπῆρχαν καί ἰδιαίτερες δημόσιες αἴθουσες, στίς ὅποιες oι φιλόσοφοι ἔδιναν δημόσια μαθήματα. Ὑπῆρχαν ἐπίσης καί βωμοί γιά νά τιμοῦν τούς θεούς καί ζω­γραφικοί πίνακες, καθώς καί γλυπτικά ἔργα, γιά στολισμό τοῦ   οἰκοδομήματος.

Στίς παλαῖστρες, καθώς εἴδαμε, γύμναζαν oι παιδοτρίβαι, στά γυμνάσια δέ oἱ γυμνασταί. Τήν ἐποπτεία τῶν γυμνασίων τήν ἀσκούσαν oι «σωφρονισταί», πού παρακινοῦσαν τούς νέους στή σωφροσύνη καί κοσμιότητα. Στά γυμνάσια αὐτά oι νέοι ἀποκτοῦσαν σώματα δυνατά, ἐλαφρά καί εὔτονα καί ταυτόχρονα γερές καί ὡραῖες ψυχές, ὅπως πίστευαν πάντοτε oι ἀρχαῖοι: «Ἐν σώματι ὑγιεῖ νοῦς ὑγιὴς καὶ νοῦς ἀνδρώδης».

Τά σπουδαιότερα ἀγωνίσματα ἦταν:

Τό «ἅλμα», πού στούς ὁμηρικούς χρόνους ἀποτελοῦσε οὐσιῶδες μέρος τῆς ἀγωγῆς. Στούς ἱστορικούς χρόνους βρίσκουμε τά ἴδια εἴδη τοῦ ἅλματος πού ὑπάρχουν καί σήμερα. Πολλές φορές στό ἀγώνισμα αὐτά κρατοῦσαν στά χέρια ἁλτῆρες γιά νά παίρνουν μεγαλύτερη δύναμη καί νά γίνονται βαρύτεροι. Τέτοιοι ἁλτῆρες βρεθήκανε στήν Ὀλυμπία καί ἀλλοῦ.

«δρόμος», πού ἦταν ἀρχαιότατη καί ἄ­ριστη ἄσκηση στούς ἀρχαίους, γιατί ἐνισχύει τούς μῦες τῶν κνημῶν καί τούς πνεύμονες καί προπαρασκευάζει τούς νέους γιά τίς πολεμικές ἀνάγκες. Ὑπῆρχαν τέσσαρα εἴδη δρόμων, ἀναλόγως τῶν ἀποστάσεων: ὁ ἁπλούς δρόμος («στάδιον»), ὁ διπλούς («δίαυλος»), ὁ «ἴππειος» δρόμος καί ὁ δρόμος διαρκείας (ὁ «δόλιχος»). Κριτήριο τοῦ δρόμου δέν ἦταν μόνο ἡ ταχύτης καί ἡ ἀντοχή, ἄλλα καί ἡ ἐπιδεξιότητα. Γιά αὐτό ὑπῆρχε καί ἕνα ἄλλο γιά τό σκοπό αὐτό ἀγώνισμα, ἡ «λαμπαδηδρομία», πού ἦταν ἀπαραίτητη στίς μεγάλες ἑορτές τῶν Παναθηναίων καί στούς μεγάλους ἐθνικούς ἀγῶνες. Οἱ νέοι πού μετεῖχαν στή λαμπαδηδρομία ἀνάβανε τίς δάδες τους σ' ἕνα βωμό πού βρισκόταν κοντά στήν Ἀκαδημία. Ἀπό τήν ἀφετηρία αὐτή τρέχανε ταυτόχρονα ὅλοι πρός ἕνα ὁρισμένο τέρμα κρατώντας ἀναμμένη τή λαμπάδα. Ἐκεῖνος πού θά ἔφθανε πρῶτος ἔπρεπε νά φθάσει μέ ἀναμμένη τή λαμπάδα του. Αὐτό βέβαια ἀπαιτοῦσε μεγάλη προσοχή καί ἐπιδεξιότητα.

Ἀλλά καί ἡ «δισκοβολία» ἦταν σπουδαία γυμναστική ἄσκηση στήν ἀρχαιότητα. Τήν πρωτοβλέπουμε στούς ὁμηρικούς χρόνους ἀπό τίς περιγραφές τοῦ Ὀδυσσέως. Οἱ νέοι τῶν Φαιάκων διασκεδάζανε μέ τήν ἄσκηση αὐτή. Ἐπίσης τή βλέπουμε στούς ἐπιτάφιους ἀγῶνες πρός τιμήν τοῦ Πάτροκλου.

Ἄλλη σημαντική ἄσκηση ἦταν τό «ἀκόντιον». Ἦταν καθαρῶς πολεμική ἄσκηση πού λάβαινε μέρος σέ ὅλες τίς παλαῖστρες.

Ἡ «πάλη» ἦταν ἀρχαιότατη, πολύ συνηθι­σμένη καί προσφιλέστατη ἄσκηση στούς ἀρχαίους, γιατί πίστευαν ὅτι μέ αὐτή ἀσκοῦσαν σέ ἴση ἀναλογία τό σῶμα καί ὅλοι oι μῦες ἔμπαιναν σέ δράση. Ἐπίσης ἔλεγαν ὅτι ἡ πά­λη ἀπαιτοῦσε εὐκαμψία, ἑτοιμότητα πνεύματος καί ταυτόχρονη κίνηση τῶν μυώνων. Πρίν ἀρχίσουν τήν πάλη οἱ ἀγωνιστές τριβόντουσαν μέ λάδι γιά νά γίνουν τά μέλη τούς εὔκαμπτα, ἄλλα ἔπρεπε ἔπειτα νά καλύπτονται μέ λεπτότατη ἄμμο, γιά νά δίνουν λαβή στόν ἀντίπαλο.

Ἄλλα σπουδαῖα ἀγωνίσματα ἦταν ἡ «πυγ­μαχία», τό «παγκράτιον», τό «πένταθλον» καί πολλά δευτερεύοντα, μέ τόξα, σφαῖρες κτλ. Στήν πυγμαχία oι ἀντίπαλοι περιέβαλλαν τά χέρια καί τόν πῆχυ μέ ἁπλούς ἱμάντες, ἀντί τῶν ἰσχυρῶν ἐκείνων δερματίνων ἐπιδέσμων πού ἔβαζαν oι ἀθλητές καί πού ἔκαναν συχνά νά ρέει ἀνοικτιρμόνως (=ἀνηλεῶς) ἀπό τά ρουθούνια καί ἀπό τό στόμα αἷμα, νά βγαίνουν μάτια, καί νά σπάζουν μύτες, αὐτιά, νά ἀκρωτηριάζονται ἀπόκρυφα μέλη καί πολλές φορές νά πεθαίνει ὁ νικημένος ἀπό τά τραύματα. Σέ τέτοιες περιπτώσεις ὁ νικητής δέν τόν τιμωροῦσαν ποινικῶς ἄλλα τοῦ στεροῦσαν τίς τιμές τῆς νίκης καί καταδικαζόταν νά πλήρωση πρόστιμο.

Τό παγκράτιο ἦταν μίγμα πάλης καί πυγ­μαχίας. Χτυπούσανε μέ τήν πυγμή, ἐνῶ ταυ­τόχρονα προσπαθοῦσαν νά συμπλακοῦν.

Εἶδος γυμναστικῶν ἀσκήσεων ἀποτελοῦσαν καί πολλές «παιδιαῖ» τῶν ἀρχαίων, πού προ­καλοῦσαν τή γενική κίνηση καί τή ρώμη τοῦ σώματος καί εἶχαν μεγάλη σπουδαιότητα καί γιά τή διάπλαση τοῦ σώματος καί γιά τήν ψυχική ἀνάπτυξη τῶν παιδιῶν. Τέτοιες «παιδιαῖ» ἦταν κυρίως oι λήγουσες στήν κατάληξη – ἴνδα, ὅπως ἡ «διελκυατίνδα», «βσσιλίνδα», «μυίνδα», «χυτρίνδα», «σχοινοφιλίνδα» καί «ἀποδιδρασκίνδα».

 

Κάρνειος

karneios@otenet.gr   

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *