Η Διαχρονικότητα της Ελληνικής Γλώσσας

Εἴμαστε ὁ ἴδιος λαός ἐδῶ καί 3000 χρόνια. Δέν εἴμαστε οὔτε Σλάβοι οὔτε Τοῦρκοι καί ἀποδεικνύεται ἀπρόσκοπτα ἀπό τήν ἑλληνική γλῶσσα καί κυρίως ἀπό τίς παροιμιώδεις φράσεις πού μόνο ἐμεῖς οἱ Ἕλληνες καταλαβαίνουμε καί χρησιμοποιοῦμε ἀδιαλείπτως στήν καθημερινότητα, ἀπό τήν ἀρχαιότητα μέχρι σήμερα. Ὁ Ἀριστοφάνης στίς Νεφέλες (στίχ. 1382-1384) χρησιμοποιεῖ τίς παιδικές λέξεις μαμμᾶν κακκᾶν οἱ ὁποῖες σώζωνται μέχρι σήμερα καί σημαίνουν κάνε μάμ καί κακά.

Σᾶς παραθέτω μερικές φράσεις ἀπό τό ἐξαίρετο βιβλίο τοῦ Ἀ. Ἀντωνάκου «Ἕλληνες ἀεί ἐσμέν»

                                    

 

ΑΡΧΑΙΑ ΦΡΑΣΙΣ

ΝΕΑ ΦΡΑΣΙΣ

 

 

 

1.

Εὔφημα φώνει [Εὐριπίδου «Ἡρακλῆς»].

 

Καλομελέτα

2.

Ὅτι οἱ μύες ἱστοροῦνται καί σίδηρον κατεσθίεν καί χρυσίον [Θεόφραστος fragmenta ] .

 

Θά φάει ἡ μύγα σίδηρο

3.

Ἀρώσιμοι γάρ χἀτέρων εἰσίν γύαι (= γιατί ὑπάρχουν κί ἄλλα χωράφια κατάλλητα γιά καλλιέγεια). (Σοφοκλέους «Ἀντιγόνη»).

 

Εἶναι κι ἀλλοῦ πορτοκαλιές πού κάνουν πορτοκάλια

4.

Ηὗρε δ’ ὁ πανοῦργος ἕτερον πολύ πανουργίαις μείζοσι κεκασμένον καί δόλοισι ποικίλοις ῥήμασι τ’ αἰμίλοις. (Ἀριστοφάνης «Ἱππεῖς» στ. 683-687)

 

Βρῆκε τόν μάστορά του

5.

Οὐδείς ἐπλούτισε ταχέως δίκαιος ὤν (Μενάνδρου)

 

Κανείς δέν ἔβγαλε λεφτά μέ τόν σταυρό στό χέρι

 

6.

Λύκος ποιμήν: ἐπί τῶν μετά σχήματος φιλικοῦ ἐπιβουλευόντων τισί.

Βάλαμε τόν λύκο νά φυλάει τά πρόβατα.

 

7.

Κύων τεῦτλα οὐκ ἐσθίει ( ὁ σκύλος λάχανα δέν μασάει)

 

Μασάει ἡ κατσίκα ταραμᾶ;

8.

Ἠώς ὁρῶσα τά νυκτός ἔργα γελᾶ. (Ἐκ τοῦ ἀποφθέγματος τοῦ Ἀρσενίου)

 

Τῆς νύχτας τά καμώματα τά βλέπει ἡ μέρα καί γελᾶ

9.

Μία χελιδών ἔαρ οὐ ποιεῖ. (Στοβαῖος)

 

Ἕνα χελιδόνι δέν φέρνει τήν Ἄνοιξη.

 

10.

Ἁ δέ χείρ τήν χεῖρα νίζει (Ἐπίχαρμος).

 

Τό ’να χέρι νίβει τ’ ἄλλο.

11.

Εἰ κακά τίς σπεῖραι κακά κέρδια ἀμήσειν (Ἡσίοδος).

 

Ὅ,τι σπείρεις θά θερίσεις

12.

Κρέσσων οἰκτιρμοῦ φθόνος (Πίνδαρος)

 

 

Κάλλιο νά σέ ζηλεύουνε, παρά νά σέ λυποῦνται

13.

Ἡ γλῶττα ἀνόστεος μέν ὀστέα θραύει

Ἡ γλῶσσα κόκκαλα δέν ἔχει καί κόκκαλα τσακίζει

 

14.

Τόν πάθει μάθος  (Ἀγαμέμνων)

 

Ὁ παθός μαθός ἤ τό πάθημα τοῦ ἔγινε μάθημα

 

15.

Τριχός ὀρθίας πλόκαμος ἵσταται (Ἑπτά ἐπί Θήβας)

 

Τοῦ σηκώθηκαν οἱ τρίχες

16.

Ἀνήρ στέγης στύλος ( Ἀγαμέμνων)

 

Ὁ ἄνδρας ἡ κολώνα τοῦ σπιτιοῦ

 

17.

Ἅπτεσθαι ξύλου (Ἀριστοφάνης).

Χτύπα ξύλο

 

18.

Ὥστε ὑπτίους ὑπό τοῦ γέλωτος καταπεσεῖν (Ἀθήναιος)

 

Ἔπεσαν κάτω ἀπό τά γέλια

19.

Ἑαυτούς ἐξεθεατρίουν (Πολύβιος).

 

Ἔγιναν θέατρο

 

20.

Μή μοι σύγχει (Ὅμηρος).

 

Μή μέ συγχίζεις

21.

Λύεται γούνατα (Ὅμηρος).

 

Μοῦ λύθηκαν τά γόνατα

22.

Τόν δέ λίπε ψυχή (Ὅμηρος).

Λιποψύχησε ἤ τοῦ ΄φύγε ἡ ψυχή

 

23.

Τότε μοί χάνοι εὐρεῖα χθών (Ὅμηρος).

Ν ΄ ἀνοίξη, ἡ γῆ νά μέ καταπιῆ

 

24.

Ἀποσκότισον μέ (Διογένης).

 

Μή μέ σκοτίζεις

25.

Ἀβίωτον ζῶμεν βίον (Φιλήμων)

 

Ἔγινε ὁ βίος ἀβίωτος

26.

Ὄρνιθος γάλα (Πλούταρχος)

Τοῦ πουλιοῦ τό γάλα

 

27.

Τριχολογεῖν καί τρίχας ἀναλέγεσθαι (Σούδα)

 

Λές τρίχες

28.

Πέμπειν ἐς κόρακας

 

Ἄει στόν κόρακα

29.

Οὐδέν μοι μέλει

 

Δέν μέ μέλει

30.

Πολλά λαλεῖς

 

Πολλά λες

31.

Διαρραγείης (Αριστοφάνης).

 

Νά σκάσης

32.

Ὄλοιο

 

Νά χαθής

33.

Παχύνοες

 

Χονδροκέφαλοι

34.

Ἀρχή δήπου παντός ἔργου χαλεπωτέρα 

 

Κάθε ἀρχή καί δύσκολη.

35.

Ἔχει τί πικρόν ὁ τῆς ἀληθείας λόγος (Δίων).

 

Ἡ ἀλήθεια εἶναι πικρή

36.

Ἀδύνατον τ’ ἀληθές λαθεῖν (Μένανδρος).

 

Ἡ ἀλήθεια δέν κρύβεται

37.

 

Ἀνδρός δικαίου καρπός οὐκ ἀπόλλυται

Τό δίκαιο πρᾶγμα δέν χάνεται

 

38.

 

Τήν ἀνάγκην φιλοτιμίαν ποιησάμενος

 

Ἔκανε τήν ἀνάγκη φιλοτιμία

 

39.

 

Τά ρόδα ἐν ἀκάνθαις φύονται

Ἀπό ρόδο βγαίνει ἀγκάθι

40.

 

Γέλως ἄκαιρος κλαυθμάτων παραίτιος

Τά γέλια φέρνουν κλάμματα

 

41.

Τήν αὐτοῦ σκιάν δέδοικεν (Ἀριστοφάνης).

 

Φοβᾶται καί τήν σκιά του.

42.

Ἐργασίη οὐδέν ὄνειδος (Ἡσίοδος)

 

Ἡ δουλειά δέν εἶναι ντροπή

 

43.

Αἰθίοπα σμήχεις (Πλούταρχος).

 

Τόν ἀράπη κί ἄν τόν πλένης

 

44.

Εἰς ψάμμον οἰκοδομεῖς (Πλούταρχος).

 

Χτίζεις στήν ἄμμο

45.

Ὠόν τίλλεις (Πλούταρχος).

 

Παρ΄ τό αὐγό καί κούρευτο

 

46.

Ἀεί τά πέρυσι βελτίω

 

Κάθε πέρυσι καί καλλίτερα.

 

47.

Ὥσπερ εἰσορᾶς ἐμέ (Σοφοκλῆς).

 

Ὅπως σέ βλέπω καί μέ βλέπεις

 

48.

Κύων θωυκτήρ οὐ δάκνει

 

Σκυλί πού γαυγίζει δέν δαγκώνει

 

49.

Κοσκίνω φέρεις ὕδωρ (Πλούταρχος).

 

Κουβαλᾶς νερό μέ τό κόσκινο

 

50.

Ξυρεῖ ἐν χρῷ (Σοφοκλέους Αἴας στ. 786).

 

Ξουρίες (Ξυρίζει μέχρις ἐπιδερμίδος).

 

51.

Ἡ ναῦς ἔβαψεν (Εὐριπίδου Ὀρέστης στ. 705 -707).

 

Τήν βάψαμε (βάπτω=βυθίζω εἰς τό νερό)

 

52.

Γῆ καί οὐρανόν συνάπτειν

 

Κίνησε γῆ καί ουρανό

53.

Ἐγώ αὐτῶ δείξω τίς εἰμι (Ἐπίκτητος 3,2,10).

 

Θά σοῦ δείξω ἐγώ ποιός εἶμαι. (ἐπί ἀπειλῆς).

 

54.

Οὐκ ἀπάγξη; (Ἐπίκτητος 3,1,32).

 

Δέν πᾶς νά κρεμαστῆς;

 

55.

Ἄν οὖν ἐν τούτοις πλανηθῶ, μή τι τόν πατέρα ἀπέκτεινα (Ἐπίκτητος 1,7,31).

 

Κάνει σάν νά τοῦ σκότωσε τόν πατέρα

56.

Πλέξαντες μηροῖσι  περί μηρούς (Ἀνακρέων Fragmenta. Fr. 94 καί 439 Hsch. Γ 1013 (i395 Latte).

 

Μπλέξαμε τά μπούτια μας

57.

Χείρα τ ΄ ἐν ἠγάνῳ βαλεῖν

(Ἀνακρέων Fragmenta. Fr. 91).

 

Βάζει τό χέρι στην φωτιά (στό τηγάνι).

58.

Ἐγώ δ΄ ἀπ΄ αὐτῆς φεύγω ὥσπερ κόκκυξ

(Ἀνακρέων Fragmenta. Fr. 92).

 

Φεύγω μακριά (της) σάν τρομαγμένο πουλί

[Κόκκυξ : ὄρνεον ἐαρινόν, παραπλήσιον ἱέρακι ἤ δειλιότατον, ὥς φησιν Ἀνακρέων].

 «ΕΛΛΗΝΕΣ ΑΕΙ ΕΣΜΕΝ»

ΑΝΤΩΝΙΟΣ ΑΝΤΩΝΑΚΟΣ

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *