Αναξίμανδρος

Δεκαπέντε ἕτη νεώτερος τοῦ Θαλοῦ εἶναι ὁ δεύτερος έκ τῶν Μιλησίων φιλοσόφων. Ἦτο υἱὸς τοῦ Πραξιάδου καὶ ἐγεννήθη ἐν Μιλήτῳ κατὰ τὸ ἔτος 611 π.Χ., ἀπέθανε δὲ ὀλίγον μετὰ τὴν ἅλωσιν τῶν Σάρδεων, ἤτοι κατὰ τὸ ἔτος 545 π.Χ. Ἡ παράδοσις ἀναφέρει ὅτι ὑπήρξεν «ἑταῖρος καὶ γνώριμος»  τοῦ Θαλοῦ, ὅτι ἡγήθη τῆς ἀποικίας τῶν συμπολιτῶν του ἐκπεμφθείσης εἰς τὴν Ἀπολλωνίαν καὶ ὅτι διέτριψεν ἐπί τινα χρόνον ἐν Σπάρτῃ. Ἐπραγματοποίησε πλείστας ἐπιστημονικὰς ἀνακαλύψεις ἀναφερομένας εἰς τὴν μετεωρολογίαν, τὴν γεωγραφίαν καὶ τὴν βιολογίαν. Πρῶτος αὐτὸς ἐπενόησε τὸν σχεδιασμὸν γεωργαφικῶν χαρτῶν, ἐτελειοποίησε τὰ ἡλιακὰ ὡρολόγια καὶ διετύπωσε τὴν περὶ ἐξελίξεως τῶν εἰδῶν βιολογικὴν θεωρίαν. Αἱ εἰς τὸ πεδίον τῆς φιλοσοφικῆς ἐρεύνης ἀναζητήσεις του ἀποτελοῦν συνέχειαν τῶν πρὸς καθορισμὸν τῆς πρώτης ἀρχῆς τῶν ὄντων προσπαθειῶν τοῦ Θαλοῦ. Καινοτομεῖ ἐν συγκρίσει πρὸς τὰς δοξασίας τοὺ διδασκάλου του κατὰ τὸ ὅτι, ἐνῷ ἐκεῖνος ἐδέχετο ὡς βασικὴν οὐσίαν  τῶν ὄντων τὸ ὕδωρ, οὗτος εἰσάγει νέαν ἀρχην, τὸ ἄπειρον.

Κατὰ τὰς μαρτυρίας τοῦ Σιμπλικίου καὶ τοῦ Ἱππολύτου, οὗτος διὰ πρώτην φορὰν ἔκαμε χρῆσιν τοῦ ὅρου «ἀρχή «. Πολλαὶ συζητήσεις ἐγένοντο πρὸς καθορισμὸν ἀπὸ πραγματολογικῆς ἀπόψεως τοῦ σημασιολογικοῦ περιεχομένου τὸ ὁποῖον ἀποδίδει ὁ Μιλήσιος φιλόσοφος εἰς τὸν ὅρον «ἄπειρον «. Τὸ ὀρθότερον εἶναι νὰ παραδεχθῶμεν ὅτι μὲ τὸν ὅρον αὐτὸν νοείται ἡ κατ’ ἐξοχὴν πρώτη ἀρχὴ ἀπὸ τὴν ὁποίαν λαμβάνει τὴν ἀφετηρίαν του τὸ γεγονὸς τῆς κοσμικῆς ἐξελίξεως καὶ τὴν ὕπαρξίν του οἱονδήποτε πεπερασμένον ὄν. Τὸ ἄπειρον εἶναι κάτι τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει ἀρχήν, ἄλλ’ ἀποτελεῖ, ὅπως εἶπεν ὁ Ἀριστοτέλης, αὐτὸ τὸ ἴδιον ἀρχή. Ἐπειδὴ δὲ δὲν ἔχει ἀρχὴν δὲν δύναται νὰ ἔχῃ οὔτε τέλος οὔτε νὰ υπόκειται εἰς φθοράν. Συνεπῶς εἶναι τὸ ἄπειρον ἀθάνατον, ἀνώλεθρον καὶ θεῖον. Ἀλλὰ δὲν ἀποτελεῖ μόνον χρονικὴν ἀρχὴν ἀλλὰ ἀσκεῖ τὴν ἐξουσίαν του ἐπὶ τῶν πεπερασμένων ὄντων. Αὐτὸ περιέχει καὶ κυβερνᾷ τὸ σύνολον τῶν πεπερασμένων ὄντων » τοῦ δὲ ἀπείρου οὐκ ἔστιν ἀρχή, εἴη γὰρ ἄν αὐτοῦ πέρας. Ἔτι δὲ καὶ ἀγένητον καὶ ἄφθαρτον ὡς ἀρχή τις οὖσα δι’ ὅ ταύτης ἀρχή, ἀλλα’ αὕτη τῶν ἄλλων εἶναι δοκεῖ καὶ περιέχειν καὶ πἀντα κυβερνᾶν καὶ τοῦτ’ εἷναι τὸ θεῖον ἀθάνατον γὰρ καὶ ἀνώλεθρον, ὥς φησιν ὀ Ἀναξἰμανδρος«. ( Ἀριστ. Φυσ. 20 Τ β 6 ).

Ἐκ τῆς ἱστορικῆς ταύτης μαρτυρίας τοῦ Ἀριστοτέλους καταδεικνύεται ὅτι ὁ Μιλήσιος σοφὸς ἐταύτιζε τὸ ἄπειρον μὲ τὸ θεῖον. Ἐφρόνει προσέτι ὅτι κυβερνᾷ ἡ πρὠτη καὶ θεία ἀρχὴ τὸν κόσμον. Εἰς τὸ συμπέρασμα τοῦτο τὸν ἔφερεν ἀναμφιβόλως καὶ ἡ δευτέρα σημασία τὴν ὁποίαν ἔχει εἰς τὴν ἑλληνικὴν γλῶσσαν ἡ λέξις ἀρχή. Διότι αὕτη δὲν σημαίνει μόνον τὴν ἀπὸ χρονικῆς καὶ ὀντολογικῆς ἀπόψεως ἀφετηρίαν τῆς κινήσεως καὶ ἐνεργείας. Σημαίνει προσέτι καὶ ἄσκησιν ἐξουσίας. Δεικνύει κάτι τὸ ὁποῖον διαρκῶς ὑφίσταται καὶ ἀσκεῖ κυριαρχικὴν καὶ κυβερνητικὴν ἐπίδρασιν ἐπί τινος ἄλλου κυριαρχουμένου. Ὅταν ἔλεγον οἱ ἀρχαῖοι » ἡ τῶν Ἀθηναίων ἀρχή » ἠννόουν τὴν ἐκ μέρους τῶν Ἀθηναίων ἄσκησιν κυριαρχίας ἐπὶ τῶν συμμάχων. Κατ’ ἀνάλογον τρόπον καὶ ὁ Ἀναξίμανδρος θεωρεῖ τὸ ἄπειρον ὡς ἀσκοῦν ὀντολογικὴν κυριαρχίαν ἐπὶ τῶν ἐγκοσμίων ὄντων. Εἶναι φανερὸν ὅτι ἡ κατὰ τὸν τρόπον τοῦτον ἀντίκρυσις τοῦ κοσμολογικοῦ φαινομένου προέρχεται ἐξ ἐπεκτάσεως τῆς εἰς τὰς πολιτικὰς κοινωνίας ὑφισταμένης δικαιοπολιτικῆς τάξεως. Ὅπως εἰς τὰς ἑλληνικὰς πόλεις ὑπῆρξε πολιτικὴ ἐξουσία » ἀρχή «, κατ’ ἀνάλογον τρόπον, φρονεῖ ὁ Ἀναξίμανδρος, ὅτι ὑπάρχει καὶ ἐπὶ τοῦ σύμπαντος μία κυριαρχικὴ αὐθεντία, κυβερνητικὴ ἀρχή, ἀσκουμένη ὑπὸ τοῦ ἀπείρου. Σημειώνει τοῦτο τὴν παρουσίαν του εἰς τὴν περιοχὴν τῶν πεπερασμένων ὄντων ὡς ἀποκαθιστῶσα τὴν τάξιν ἀρχή.

          Σύμφωνον πρὸς τὰς ἐκτεθείσας ἀντιλήψεις εἶναι καὶ τὸ διασωθὲν συντομώτατον ἀπόσπασμα ἐκ τοῦ » Περὶ φύσεως » συγγράμματός του, μὲ τὸ ὁποῖον ἀρχίζει ἡ εὐρωπαικὴ φιλοσοφικὴ φιλολογία. » Ἐξ ὧν δὲ ἡ γένεσίς ἐστι τοῖς οὗσι καὶ τὴν φθορὰν εἰς ταῦτα γίγνεσθαι κατὰ τὸ χρεών διδόναι γὰρ αὐτὰ δίκην καὶ τίσιν ἀλλήλοις κατὰ τὴν τοῦ χρόνου τάξιν » ( Σιμπλίκ. σχόλ. εἰς » Φυσικά » Ἀριστ. 24, 18 ). Τὰ πεπερασμένα ὄντα, λέγει ὁ Ἀναξἰμανδρος, ὡς ἀντλοῦντα ἀπὸ τὸ ἄπειρον τὴν ὑπόστασίν των ἐν εἴδει χρέους ( κατὰ τὸ χρεὼν ) ὀφείλουν νὰ φθαροῦν ἐπανερχομένης τῆς ὑποστάσεώς των εἰς τοὺς κόλπους τοῦ ἀπείρου. Τὰ ἐγκόσμια ὄντα ἄγονται εἰς δίκην ἐνώπιον τοῦ χρόνου ὡς δικαστοῦ, ὅστις ἀποκαλύπτει τὴν ἐλλειπτικότητά των (ἀδικίαν ) καὶ τὰ ἐξαναγκάζει νὰ πληρώσουν ἀποζημίωσιν τὰ ἓν εἰς τὸ ἄλλο ( διδόναι τίσιν ἀλλήλοις ). Ἀλλὰ πῶς νοεῖ ὁ Ἀναξἰμανδρος τὴν πληρωμὴν τῆς τοιαύτης ἀποζημιώσεως » τίσεως » τοῦ ἑνὸς ὄντος πρὸς τὸ ἄλλο; Τὸ πιθανὸν νόημα τῆς ἀποφάνσεώς του εἶναι ὅτι τὰ ὄντα, λόγῳ τοῦ πεπερασμένου χαρακτῆρος τῆς ὑποστάσεώς των, τείνουν πρὸς τὴν ἀδικίαν. Επειδὴ εἶναι περιωρισμένα ῥέπουν πρὸς τὴν ἀρτίωσίν των, πρὸς τὸ » πλέον ἔχειν «, τὴν πλεονεξίαν. Ἕνεκα τούτου περιέρχονται εἰς συγκρούσεις καὶ ἄγονται πρὸ τοῦ δικαστηρίου τοῦ ἐκπροσωπουμένου ὑπὸ τοῦ χρόνου, ὅστις ἐπιβάλλει τὴν ἰσομοιρίαν.

       Συγκρινομένη ἡ περὶ ἀπείρου ὡς πρώτης ἀρχῆς δοξασία τοῦ Ἀναξιμάνδρου πρὸς τὴν γνώμην τοῦ Θαλοῦ ὅτι ἡ πρώτη ἀρχὴ εἶναι τὸ ὕδωρ, παρουσιάζει τὴν ὁμοιότητα ὅτι καὶ ὁ Θαλῆς ἀκολουθῶν παλαιοτέρας ἀντιλήψεις, τὴν παρουσίαν τῶν ὁποίων ἤδη ἐσημειώσαμεν παρὰ τῷ Ὁμήρῳ, ἐθεώρει τὸ ὕδωρ ὡς ἄπειρον ποσότητα. Ὁ Ἀναξίμανδρος ὅμως φθάνει εἰς καθαρωτέραν κατανόησιν τῆς ἀρχῆς καὶ ἀντιλαμβάνεται ὅτι αὕτη δὲν δύναται νὰ ταυτίζεται μὲ τὰ ἐν τῷ κόσμῳ στοιχεῖα. Ἡ σκέψις του προφανῶς εἶναι περισσότερον θεωρητικὴ καὶ ἀφηρημένη. Θέλει νὰ ἀπαλλάξῃ τὴν πρώτην ἀρχὴν απὸ τοὺς ποιοτικοὺς προσδιορισμοὺς καὶ νὰ θέσῃ αὐτὴν ἐκτὸς τῆς σαφηνείας τῆς ἐγκοσμίου αἰτιοκρατικῆς διαδικασίας. Συγχρόνως ἀπαλλάσσει ταύτην καὶ παντὸς ὁρίου ἀνακηρύσσων αὐτὴν ὡς ἀνεξάντλητον πηγήν, ἐξ ἧς λαμβάνει ἀνεξάντλητον ὑπόστασιν ἀπειρία κόσμων. Ἡ τοιαύτη γένεσις τῶν κόσμων ἐκ τοῦ ἀπείρου συνεπάγεται καὶ τὴν φθαρτότητά των καὶ καθιστᾷ νοητὸν τὸν πεπερασμένον χαρακτῆρα των. Εἶναι ἀξιοσημείωτον ὅτι εἰς τὰς πρώτας της άρχὰς ἡ ἑλληνικὴ φιλοσοφικὴ σκέψις ὑψώνει τὴν ἔννοιαν τοῦ ἀπείρου ὑπεράνω τῆς ἐννοίας τοῦ πεπερασμένου. Ὁ Ἀναξίμανδρος ἔχει ὑψώσει τὸ ἄπειρον εἰς τὸ ἀξίωμα τῆς πρώτης ὑπερβατικῆς ἀρχῆς καὶ τὸ ἔχει ταυτίσει μὲ τὸ θεῖον. Προπαρασκεύασε τοιουτοτρόπως καὶ τὴν μαθηματικὴν περὶ τοῦ κόσμου ἀντίληψιν, ὑποδείξας ὅτι τὸ οὐσιῶδες γνώρισμα τῶν ἐγκοσμίων ὄντων τὸ ἀποτελεῖ ὁ πεπερασμένος χαρακτὴρ αὐτῶν. Ἐκ τούτου ἐξηγεῖται ἡ προσπάθειά του νὰ καθορίσῃ τὰς ἀριθμητικὰς σχέσεις αἵτινες κυριαρχοῦν εἰς τὸ Σύμπαν χρησιμοποιῶν τὰ πολλαπλἀσια τοῦ ἀριθμοῦ 3, ὅστις ἀνέκαθεν ἐθεωρεῖτο ἱερός.

Δέχεται ὅτι ἡ κατὰ τὸ πλάτος διάμετρος τοῦ κυλίνδρου, ὅστις ἀποτελεῖ τὴν γῆν εἶναι τριπλασία τῆς καθ’ ὕψος διαμέτρου του, ἡ διάμετρος τοῦ κύκλου ἐπὶ τοῦ ὁποίου κινεῖται ἡ σελήνη εἶναι ἐν συγκρίσει μὲ τὴν γηΐνην διάμετρον 2χ3χ3, ἤτοι 18 φορὰς μεγαλυτέρα, ἡ δὲ διάμετρος τοῦ κύκλου ἐπὶ τοῦ ὁποίου κινεῖται ὁ ἥλιος 3χ3χ3, ἤτοι 27 φορὰς μεγαλυτέρα τῆς διαμέτρου τοῦ κύκλου ἐπὶ τοῦ ὁποίου κινεῖται ἡ σελήνη. Ἐπίσης θεωρεῖ τὰς ὑπὸ τῶν οὐρανίων σωμάτων ἐκτελουμένας κινήσεις ὡς διαγραφούσας κυκλικὰς τροχιάς. Ὅθεν καθίσταται πρόδηλον ὅτι ἐπιχειρεῖται ἡ ἐπὶ τῇ βάσει ἀριθμητικῶν καὶ γεωμετρικῶν καθορισμῶν περιγραφὴ τῶν σχέσεων τῶν ἐγκοσμίων ὄντων. Ἡ ἰδία δὲ μαθηματικοποίησις τῆς φύσεως ἐμφανίζεται καὶ εἰς τὸ ἑρμηνευθὲν ἀπόσπασμά του εἰς τὸ ὁποῖον ἀποφαίνεται ὅτι ὁ χρόνος ἀποκαθιστᾷ τὴν ἰσομοιρίαν τῶν πεπερασμένων ὄντων.  

 

Ἀστερίων

asterion1@gmail.com

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *